Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ

   Οι χτύποι της καρδιάς μου μόλις σταμάτησαν. Έκλεισα τα μάτια μου. Σφραγίστηκαν τα βλέφαρα μου. Δε ζω πια. Το κύκνειο άσμα μου δεν ήταν τίποτα σημαντικότερο από ένα βαθύ αντίο. Ευτυχώς που λίγο νωρίτερα είχα προλάβει να πω την έκφραση << σας αγαπώ >>.  Τώρα έχω ξεκινήσει ένα ταξίδι που χρόνια περίμενα να κάνω και που για τον προορισμό του έπραττα σε όλη μου τη ζωή. Γιατί αυτό είναι ο θάνατος. Ναι, φεύγεις , μα πας κάπου αλλού.
   Όταν έμαθα για την ασθένειά μου το μόνο που εξ αρχής ευχόμουν ήταν, όταν πεθάνω, να μην είμαι μόνη. Ένιωθα την ανάγκη μέχρι και τη στιγμή που θα άφηνα  την τελευταία μου πνοή, να έχω δίπλα μου τους ανθρώπους που άφησαν στο μυαλό, στην ψυχή και στο σώμα μου τη σφραγίδα τους. Να νιώθω  τη ζεστασιά τους, τη φροντίδα τους, τη συμπόνια τους,  μα πάνω από όλα την αγάπη τους. Δε ζει ο άνθρωπος  χωρίς αγάπη, ξέρετε. Κι αν ζει, θα είναι μισός. Ίσως και γι αυτό  δεν άντεχα την ιδέα να φύγουν. Θαρρούσα πως θα έκοβαν στιγμές από τη ζωή μου. Θα τις έκαναν ακόμα λιγότερες…
   Ποτέ στην ζωή μου δεν είχα πιστέψει στα ζώδια. Ώσπου έμαθα ότι πάσχω από καρκίνο. Κι ήταν η στιγμή που έπιασα τον εαυτό μου να συλλογίζεται πόσο καλύτερα θα ήταν αν αυτός ο όρος ανήκε μόνο στο ειδικό λεξιλόγιο της  αστρολογίας κι όχι της ιατρικής. Ήταν καλπάζων μάλιστα. Άρα, καμία η ελπίδα σωτηρίας. Με έκανε να λιώνω μέρα με τη μέρα σαν το κεράκι και οι πόνοι τόσοι όσα και τα δάκρυα. Μα δεν πειράζει, γιατί ειλικρινά πιστεύω πως όλα για κάποιον λόγο γίνονται. Το μόνο που μάλλον με πικραίνει, είναι ότι δεν θα δω το μικρό μου εγγονάκι να μεγαλώνει. Αν και μπορώ να φανταστώ την πορεία του, μιας και είναι ίδιος ο μπαμπάς του. Λίγα χρόνια πριν έγινα για πρώτη φορά γιαγιά του πιο γλυκού αγοριού στον κόσμο, συναίσθημα ιδιαίτερο και μοναδικό, αφού μια νέα ψυχούλα μοιάζει με πηγή φωτός μέσα στο σκοτάδι.
   Τα χρόνια περνούν τόσο γρήγορα, όσο φυσά ο άνεμος. Το παν είναι να τα δαμάζεις. Να προλάβεις να κάνεις όσα περισσότερα πράγματα μπορείς, στα όσα σου χαρίζονται. Στιγμές είναι όλα. Γι` αυτές ζούμε. Το σώμα μας δεν είναι παρά μόνο ένα μπαούλο, που πρέπει να γεμίσει από αναμνήσεις και εμπειρίες, που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ, όπου κι αν βρισκόμαστε, είτε στη γη, είτε στον ουρανό. Ακόμη πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει χρόνος για μετάνοιες και λάθη. Η ζωή είναι μικρή. Χρωστάμε στους δημιουργούς μας να τη προσέχουμε σαν τα μάτια μας  ζώντας την στο έπακρο, γιατί είναι ένα δώρο. Πρέπει να προχωρούμε μπροστά και σαν τα δελφίνια που πηδούν τα άγρια κύματα να πηδάμε τα εμπόδια που θα συναντήσουμε. Να μην κοιτάμε πίσω. Να αποδεχόμαστε το παρελθόν μας, όπως κι αν ήταν` να μην το αφήσουμε να μας στοιχειώσει. Να το κάνουμε κτήμα μας, δύναμή μας, όπλο μας για ένα καλύτερο αύριο. Μόνο έτσι δε θα γίνουμε ποτέ έρμαια του εαυτού μας. Κι όλα αυτά σας τα εγγυώμαι εγώ, που το έργο μου στη γη έχει τελειώσει.
   Λίγα χρόνια πριν ο σύζυγός μου είχε φύγει κι αυτός. Είχε μια σπάνια ασθένεια, που τον καταρράκωσε. Δεν τον σκότωσε όμως. Εκείνος και μόνο εκείνος καταδίκασε τον εαυτό του. Κάπνιζε, έπινε, ώσπου μία μέρα παίρνοντας υπερβολική δόση χαπιών αποφάσισε να τερματίσει τη ζωή του. Αυτοκτόνησε. Ήταν εγωιστής και αλαζόνας. Πάνω από όλα έθετε το άτομό του. Μια ψεύτικη αξιοπρέπεια και τιμή πάντοτε τον ακολουθούσε. Ήμουν κοπέλα, όταν τον ερωτεύτηκα και θαμπώθηκα από αυτό το ριψοκίνδυνο συναίσθημα. Δεν μπόρεσα να δω, όσο ήταν νωρίς, ότι δεν θα με έκανε ευτυχισμένη. Στην αρχή όλα ήταν καλά και ρόδινα, μα όταν το ρίγος  που μας διαπέρασε τη στιγμή που πρωτοειδοθήκαμε έγινε στρώση του δέρματός μας, κατάλαβα, αλλά  ήταν αργά. Δεν ήταν ποτέ  στο πλευρό μου. Ποτέ δεν έγειρα στον ώμο του να κλάψω. Ποτέ δεν με αγκάλιασε, όταν ένιωθα μοναξιά. Ποτέ δεν με καθησύχασε όταν φοβόμουν τους κεραυνούς σαν έβρεχε. Ήμασταν δύο ξένοι στο ίδιο κρεβάτι. Ποτέ δεν είχε χρόνο για μένα, παρά μόνο για φωνές και υστερίες, για θυμούς και γκρίνιες, για υπερβολές και απογοητεύσεις. Κι όλα από κάποτε κι ύστερα φάνταζαν τόσο λάθος, που με αυταπάρνηση αναρωτιέμαι, αν ποτέ πραγματικά με αγάπησε, αν ποτέ ερωτεύτηκε το εγώ μου εκτός από το κορμί μου. Μα ποτέ δε θα μάθω. Γιατί ένα είναι το σίγουρο στο μετά θάνατον ταξίδι μου, δεν θα τον έχω συνοδοιπόρο, όπως στην πραγματικότητα δεν τον είχα ούτε στο εν ζωή.
   Βέβαια, για κάποια άλλη γυναίκα ίσως να μην ήταν αργά. Μα εγώ είχα γίνει μάνα. Και κάθε φορά που σκεφτόμουν το διαζύγιο, θαρρούσα ότι ήταν κρίμα κι άδικο τα παιδιά μου να μεγαλώσουν χωρίς πατέρα. Πίστευα πως, αν χωρίζαμε, θα εξαφανιζόταν  τελείως. Θα τα εγκατέλειπε οριστικά. Και έτσι σιωπούσα και συνέχιζα να ζω σε μια ανούσια όσον αφορά αυτόν για εμένα ρουτίνα. Ωστόσο, είχα τα αγγελούδια μου. Σε σύντομα διαστήματα μετά τον γάμο έμεινα έγκυος τρεις  φορές. Γέννησα τρία πλασματάκια, τόσο αξιολάτρευτα και αξιαγάπητα, που θα θυσίαζα γι` αυτά τα πάντα. Τρία ανθρωπάκια ήταν όλος μου ο κόσμος. Το πρώτο τους γέλιο, το πρώτο τους κλάμα, το πρώτο τους χάδι, η πρώτη τους λεξούλα <<μαμά>>. Ανεξίτηλα χαράχτηκαν στην μνήμη μου όλες αυτές οι πρώτες φορές. Μα πιο πολύ απ` όλα  αδυναμία έχω στα πρώτα τους βήματα. Ίσως γιατί όλα τα άλλα τα έκαναν με τη θέληση τους, δίχως να τα βοηθήσω, ενστικτωδώς. Ενώ, όταν περπάτησαν, κρατούσαν το χέρι μου. Κι όταν έπεφταν, έτρεχαν στην αγκαλιά μου. Ήταν η πιο δύσκολη αρχή, που με είχαν ανάγκη. Μεγάλωσαν τόσο γρήγορα. Από μωρά έγιναν παιδιά κι από παιδιά έφηβοι και στο τέλος ενήλικες. Το διάβα αυτής της πορείας ήταν μία σειρά από εκπλήξεις κι από ευτυχισμένες στιγμές. Γνώρισαν το καλό και το κακό, το άδικο και το δίκαιο, το σωστό και το λάθος. Γνώρισαν την έννοια της αγάπης, της φιλίας, του έρωτα, μα και της προδοσίας και της απογοήτευσης. Έγιναν, θαρρώ, ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Κι ήμουν δίπλα τους, από το μηδέν έως και το σήμερα. Στάθηκα όσο πιο άξια μπορούσα. Έδωσα το είναι μου. Κι ελπίζω, από τα βάθη της καρδιάς μου, αυτό να ήταν αρκετό.
   Μα χρόνια μετά πληγώθηκα αρκετά. Είχα ξεχάσει πως στα παιδιά μου έπρεπε να δώσω μονάχα ρίζες και φτερά, γιατί τα παιδιά είναι πουλιά, που σαν ανοίξουν τα φτερά τους, πετούν ελεύθερα όσο μακριά θέλουν αυτά, έχοντας όμως στο μυαλό τους  που είναι το σπίτι τους, κι όχι κάγκελα για να φυλακιστούν. Αλλά έλπιζα να τα είχα πάντα γύρω μου, να μένουμε μαζί, για να μοιραζόμαστε το καθετί στην κάθε στιγμή. Κι όταν άρχισαν να φεύγουν, άρχισα κι εγώ να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ήμουν τόσο δεμένη μαζί τους. Μα, θέλοντας και μη, εν τέλει συνήθισα. Άλλωστε ένα συνήθειο είναι όλα. Κι άρχισα απλώς να εύχομαι να είναι καλά- όπου κι αν είναι.
  Ύστερα όμως, συνέβη κάτι που όσο και να αρνούμαι, δεν μπορώ να ξεχάσω! Ο θάνατος του πατέρα μου, του ανθρώπου που με καθοδηγούσε πάντοτε και με προστάτευε από το παραμικρό, για να νιώθω ασφάλεια, με στιγμάτισε. Ήταν  αδιαμφισβήτητα ο φύλακας άγγελός μου. Ήταν ένας αληθινός άντρας, αφού πάντα αφιέρωνε χρόνο στην οικογένειά του. Αγαπούσε πολύ και τη μάνα μου, παρόλο που, όταν παίζαμε στον κήπο, φώναζε:                                                                                                                                                       -  Θα χαλάσετε τα λουλούδια!                                                                                                           -  Μα δεν μεγαλώνουμε λουλούδια, μεγαλώνουμε παιδιά, απαντούσε αυτός κρυφογελώντας.
Ήταν εκείνος που κρατούσε την οικογενειακή θαλπωρή ζωντανή` πράγμα τόσο σπουδαίο, γιατί απλούστατα μία οικογένεια χωρίς αγάπη μοιάζει με ένα δέντρο χωρίς κορμό. Και στην τελική, μπορεί να μην ήταν στ` αλήθεια τόσο τέλειος όσο τον περιγράφω, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Γιατί έτσι τον θυμάμαι, αφού η αγάπη του για μένα ήταν μία ευθεία ή ένα ταξίδι που ξεκινούσε από το πάντα και τελείωνε στο ποτέ.  
   Τα επόμενα χρόνια ήταν ίσως τα χειρότερα της ζωής μου. Δίπλα μου βρίσκονταν συνεχώς ψυχολόγοι και ψυχίατροι. Όταν σκέπασε τον μπαμπά μου το πέπλο του θανάτου, σκεπάστηκα κι εγώ από ένα πέπλο θλίψης. Έλεγαν ότι είχα χάσει τα λογικά μου, μα εγώ απλώς ένιωθα χαμένη. Αισθανόμουν ξεκρέμαστη, σαν να μην είχα κάπου να ακουμπήσω. Ήταν το στήριγμά μου... Με ανάγκαζαν να καταναλώνω ασταμάτητα ηρεμιστικά χάπια και αντικαταθλιπτικά. Όλοι όμως αδυνατούσαν να καταλάβουν την αγάπη που του είχα. Στην κηδεία του, ένιωθα σαν να μου έσπαγαν συνεχώς είκοσι κόκκαλα ταυτόχρονα. Κι όμως, είχαν το θράσος να μου ζητάνε να μην θρηνήσω, να μην πενθήσω, μα να ζήσω! Αλλά έκαναν λάθος. Είχα το δικαίωμα να κάνω όλα τα παραπάνω. Γιατί η δύναμη της αγάπης δεν ισοδυναμεί μονάχα με ζωή.
   Και ξαφνικά αντικρίζω ένα ακόμη τεστ εγκυμοσύνης θετικό. Μετά από δεκαέξι ολόκληρα χρόνια. Ο άντρας μου ήθελε να κάνω έκτρωση. Εγώ όμως δε θα γινόμουν δολοφόνος. Κι ύστερα από εννέα μήνες, ένα κοριτσάκι ήρθε στον κόσμο. Τα πάντα έμοιαζαν να ξεκινούσαν από το μηδέν, στον πιο ιδανικό αριθμό για να ξεκινήσει κανείς κάτι καινούργιο. Καινούργια ζωή, παραδείγματος χάριν. Μετακομίσαμε και σε μεγαλύτερο σπίτι. Ένας νέος κύκλος επεισοδίων, είχε μόλις αρχίσει.
   Και τώρα γυρίζω πίσω, στην αγαπημένη νιότη, στην εποχή που όλα γίνονται ολοένα και πιο ξεχωριστά. Ήταν η εποχή της μετάβασής μου από κοπέλα σε γυναίκα, μία περίοδος γεμάτη αντιφάσεις. Μία εποχή γεμάτη ζωντάνια, δράση, ηρωισμό, ρομαντισμό, επαναστάσεις, αντιρρήσεις, αντιδράσεις, αλλά και ακεφιές και αδράνεια. Μία εποχή που χτίζεται το είναι μας, που αμφισβητούμε την κοινωνία, εξαιτίας των κοινωνικών ανισοτήτων, της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, της δουλοπρέπειας, μα πάνω απ` όλα της νομιμοποιημένης αδικίας. Η εποχή που επιθυμούμε να είμαστε ενεργό μέρος του συνόλου και θέλουμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο. Τότε  που τα όνειρα μας γκρεμίζουν κάθε φόβο κι ανασφάλεια, γιατί η νιότη φτιάχτηκε για να μας κάνει να διεκδικούμε την ελευθερία, την ειρήνη και την ανεξαρτησία, τόσο τη δική μας όσο και των γύρω μας.
   Έτσι κι εγώ τα γνώρισα όλα αυτά που προανέφερα. Ταξίδεψα πολύ, μορφώθηκα πολύ και γλέντησα ακόμη περισσότερο, κι ας υπήρχαν μέρες που δεν ήθελα να ξυπνήσω το πρωί εξαιτίας μιας αβάσταχτης θλίψης και παράπονου. Συνάντησα πολλά και διαφορετικά είδη ανθρώπων: ψεύτικους κι αληθινούς. Γνώρισα ανθρώπους που με συμβούλευαν να είμαι χαρούμενη κι άλλους που με έκαναν. Με θυμάμαι μια ζωή να είμαι πιστός ακόλουθος της συνειδήσεώς μου. Έκανα ό,τι μου έλεγε, χωρίς να επεξεργαστώ ούτε το ελάχιστο. Έπραττα με την καρδιά κι όχι με την λογική, γιατί ανέκαθεν πίστευα ότι το δεύτερο υπάρχει απλά και μόνο για να προστατεύει το πρώτο σε στιγμές αδυναμίας. Ακολουθώντας την καρδιά, έκανα τα πάντα. Δεν απέρριψα  τίποτε, με αποτέλεσμα σήμερα, που για τελευταία φορά ανατρέχω στο παρελθόν μου, να μην έχω να πω <<τι θα είχε γίνει αν…>>. Κι αυτή είναι αδιαμφισβήτητα η μεγαλύτερη ικανοποίηση που υπάρχει. Να έχεις κερδίσει τα στοιχήματα που έβαλες με τον εαυτό σου και να μπορείς πια να σε δοξάσεις, αδιαφορώντας για το τι σκέφτονται  για σένα όσοι άφησες πίσω. Γιατί εσύ ξέρεις, αν επέτυχες ή όχι!
   Επίσης, συνάντησα και φίλους πραγματικούς. Ανθρώπους που μου έδωσαν ένα χέρι βοηθείας σε κάθε δυσκολία και γίναμε αχώριστοι. Γιατί η φιλία είναι λέξη κι έννοια ιερή. Είναι μια ψυχή που κατοικεί σε δύο σώματα. Φίλος είναι αυτός που σου δίνει πλήρη ελευθερία  να είσαι ο εαυτός σου. Φίλος είναι αυτός που τιμά χωρίς φθόνο την ευτυχία σου, αυτός που μιλά σωστά για σένα ενώ απουσιάζεις. Πραγματικός φίλος είναι αυτός που έρχεται κοντά σου, όταν όλος ο κόσμος απομακρύνεται. Τέλος, φίλος είναι το άτομο που μαζί του συζητάς με τη σιωπή. Όσον αφορά τον έρωτα που γνώρισα; Μοναδική αρμόζουσα παρομοίωση είναι μια φωτιά που θα σε ζεστάνει ή θα σε κάψει. Στην κυριολεξία σε τυφλώνει. Σου δένει τα χέρια και σε σπρώχνει στον γκρεμό. Κι όσοι από τον έρωτα επιζούν πρέπει να είναι τρελοί. Μοιάζει με μια ασθένεια που τονώνει το ανοσοποιητικό σου σύστημα. Κι είναι αλήθεια, πως μπορείς να ερωτευτείς εντός κι ενός λεπτού, και γι αυτό άλλωστε ο πατημένος όρκος του έρωτα δεν σηκώνει καμία τιμωρία. Είναι ένα συναίσθημα μοναδικό κι ανεπανάληπτο, που κάθε άνθρωπος σε αυτή τη γη αξίζει να νιώσει, παρόλο που με μιας ,εξίσου εύκολα  και δύσκολα συνάμα, σε ωθεί είτε στην απόλυτη ευτυχία είτε στην αιώνια δυστυχία. Μολονότι, αν είχα να διαλέξω τι θα προτιμούσα να μην είχα βιώσει , θα διάλεγα το δεύτερο, γιατί η φιλία ξεγυμνώνει  χαρακτήρες, ενώ ο έρωτας μονάχα σώματα.
   Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στην ξενιτιά. Ώσπου στη ξενιτιά έγινε το σπίτι  μου κι έμαθα πού ανήκω. Καταγόμουν από την Πάργα. Ύστερα οδηγήθηκα άθελά μου στην Κόρινθο, για να εργαστώ. Από εκεί μαζί με τον σύζυγό μου στη Λάρισα, όπου δεν άντεξα για πολύ. Παντού στέκονταν άνθρωποι απρόσωποι ,μέσα στην αποπνικτική ζέστη αυτής της πόλης. Και εν τέλει έζησα στο Πήλιο, ένα μέρος που προγεύεσαι τον παράδεισο. Το ατελείωτο του πράσινο, τα πολύχρωμα λουλούδια του, το κελάηδισμα των πουλιών και τα γάργαρα νερά του , όλα μαζί σε έναν χορό με τραγούδι μελωδικό, βάλθηκαν να με κάνουν να το αγαπήσω σχεδόν όσο και τον τόπο μου.
    Σχεδόν όμως. Ναι, όλη η Ελλάδα είναι όμορφη κι όλη η Ελλάδα είναι η πατρίδα μου. Όμως η Πάργα είναι μια πατρίδα πιο δική μου. Είναι το μέρος που μεγάλωσα, ώσπου η μητέρα μου με έδιωξε γιατί δεν είχε πια λεφτά να συντηρήσει εμένα και τα άλλα έξι αδέλφια μου.  Όμως την καταλαβαίνω, δεν την κατηγορώ. Άλλωστε κι εγώ η ίδια ποτέ δεν υπήρξα πλούσια. Με σκόρπιες δουλειές τα έβγαζα πέρα προσδοκώντας εκείνη την σύνταξη.  Αλλά όσο κι αν γύρισα, όπου και να πήγα, στο μυαλό μου είχα την Πάργα` ή πιο σωστά ό,τι έζησα εκεί.  Θυμάμαι τα ξέφρενα παιχνίδια στην παραλία  με την άμμο και το νερό, το τρελό κυνηγητό με τις πεταλούδες και τις πυγολαμπίδες, τα φάλτσα κομμάτια με τους τζίτζικες τα πρωινά, τις σιγανές κουβεντούλες με τα αστέρια τη νύχτα, μα και τους δύσβατους περίπατους μέχρι το δημοτικό σχολείο καθημερινά. Ωστόσο δεν σπούδασα. Και ο λόγος; Λανθασμένες προκαταλήψεις και παγιωμένα στερεότυπα για τις καλλιεργημένες κοπέλες του τότε. Αξιοσημείωτο όμως θεωρώ, να εξυμνήσω και την εκπαίδευση που παίρνουμε από τις συνθήκες της ζωής, που πολλές φορές είναι κλάσης ανώτερη από τη διδασκαλία του σχολείου, γιατί από το σχολείο της Πάργας βγήκα πρώτη στα μαθήματα, ενώ από το σχολείο της ζωής άνθρωπος. Και αν αναρωτιέστε ποιο είναι σπουδαιότερο, το αφήνω στην κρίση σας.
   Και κάπου εδώ, το γρήγορο ξεφύλλισμα του βιβλίου της ζωής μου τελειώνει. Ειδοποιήθηκαν όλοι ότι <<έφυγα>>. Οι συγγενείς μου είναι ήδη καθ` οδόν για το νοσοκομείο. Αισθάνομαι τα κλάματα γύρω και τα αναφιλητά της κόρης μου. Στέκεται στα δεξιά μου και  κοιτά με όλο απορία μάτια την γραμμή του μηχανήματος που σήμανε τους τίτλους του τέλους. Αν και κρύα, νιώθω ακόμη πιο κρύα την αγκαλιά από τα χέρια της.  Είναι η μικρότερη και νιώθει αδικημένη, γιατί δεν πρόλαβε να ζήσει μαζί μου όσα οι άλλοι. Έχει παγώσει περισσότερο και από το ξεψυχισμένο μου κορμί. Μακάρι να μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου για να την δω μία ακόμη φορά, να της τσιμπήσω το μάγουλο, όπως όταν ήταν κοριτσάκι και να της μιλήσω, για να της επιβεβαιώσω ότι θα είμαι για πάντα μαζί της. Μα δεν μπορώ και ίσως δεν πειράζει. Θαρρώ πως ξέρει από μόνη της πως όσο κρατιέται  αναμμένη η φλόγα της μνήμης μου στην καρδιά της, θα ζω μέσα της. Κανείς δεν πεθαίνει εντελώς , αν δεν τον ξεχάσουμε.
   Και ξαφνικά, νιώθω κάτι να με σκεπάζει ολόκληρη. Σαν τότε που γεννήθηκα και με τύλιξαν με ένα λευκό πανί. Σαν τότε που ήρθα στον κόσμο κι ακούστηκε το πρώτο μου κλάμα. Έτσι και τώρα… γιατί συνοψίζοντας αυτός είναι κι ο ορισμός της ζωής: ένα φαύλο σχήμα κύκλου, από το οποίο αναμφίβολα δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς.

                                                                                                                       ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΓΑΡΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου