Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

                                                             

    Ντριιιιν! Ο διαπεραστικός ήχος από το κουδούνι του σχολείου κυριάρχησε όλο μου το μυαλό. Πράγματι, δεν είχα όρεξη για μάθημα. Ανεβαίνω τα σκαλιά με όλο και λιγότερη ταχύτητα ελπίζοντας πως θα αργήσω να μπω στη τάξη, ώστε να γλυτώσω την άλγεβρα. Μάταια όμως.
   Ανοίγω την πόρτα της αίθουσας και περπατάω αργά με βλέμμα σκυμμένο, γνωρίζοντας πως τα μάτια όλων των συμμαθητών μου θα είναι στραμμένα επάνω μου. Κάθομαι στη καρέκλα, βγάζω το βιβλίο, το τετράδιό μου και το μάθημα ξεκινάει.
   Η ώρα δεν έδειχνε να περνά. «Θεέ μου!» , σκέφτομαι. Άλλα είκοσι λεπτά βασανιστηρίου με περίμεναν. Κατάφερα να λύσω κάποιες ασκήσεις, με ιδιαίτερη ευκολία και για πρώτη φορά, χωρίς να αντιληφθώ την ώρα, χτύπησε το κουδούνι για το διάλειμμα.
   Κάπως έτσι πέρασε όλη η μέρα. Φυσική, Αρχαία, Πληροφορική, άλλα τόσα μαθήματα μέχρι επιτέλους να τελειώσει άλλη μια σχολική ημέρα.  Στην έξοδο  του σχολείου συνάντησα τις φίλες μου και αρχίσαμε τον αφόρητο ποδαρόδρομο μέχρι το σπίτι.
    «Επιτέλους!», φωνάζω, ανοίγω την εξωτερική πόρτα και μπαίνω στην αυλή του σπιτιού μου. Το σκυλάκι μου έρχεται κοντά μου και μου κάνει χαδάκια για να ξεχαστώ. Ανεβαίνω τα σκαλιά μέχρι τη πόρτα και την ανοίγω.
«Μαμαααά!», φωνάζω.
            «Τι έγινε παιδί μου;», απαντάει καθώς κατευθύνομαι προς το μέρος της.
            «Τι έχουμε για μεσημεριανό;»
            «Μόλις επέστρεψα από κάτι δουλειές, τώρα ήμουν έτοιμη να ετοιμάσω κάτι. Τι θέλεις να μαγειρέψω;»
            «Τίποτα, δεν θα φάω, πάω να ξαπλώσω, είμαι εξαντλημένη».
            Με κοιτάζει με απορία και συνεχίζει να συγυρίζει τη κουζίνα.
            Η αλήθεια είναι πως ποτέ δε μπορώ να εκφράσω τα συναισθήματά μου στη μητέρα μου, παρόλο που ξέρω ότι μπορεί να βοηθήσει. Η αλήθεια είναι ότι μετά τη τελευταία μου απόπειρα “προς φυγήν” , προσπαθεί να με προσεγγίσει περισσότερο απ' ότι συνήθως, μα δε τα καταφέρνει.
            Παίρνω το mp3 μου, τα ακουστικά μου και ξαπλώνω στο κρεβάτι. “Αχ, τι ευλογία!”, λέω. Αρχίζω να μονολογώ με τον εαυτό μου για το τι πραγματικά  συμβαίνει τις τελευταίες μέρες.  
            Αρχικά, στο σχολείο δεν μπορώ να αποδώσω όσο πραγματικά θα μπορούσα. Νιώθω πως όλοι οι καθηγητές με έχουν 'βάλει στο μάτι', πως οι συμμαθητές μου με μισούν. Τσακώνομαι κάθε μέρα με τους γονείς μου για  τη μελέτη μου. “Ελλιπής”, λένε. Έχουν δίκιο, πράγματι δεν νομίζω πως είμαι στα καλύτερα μου αυτές τις μέρες.
            Έπειτα, οι χαμένες φιλίες, οι έρωτες, τα φροντιστήρια – βασανιστήρια. Δε μπορώ να βοηθήσω τον εαυτό μου. Οι σκέψεις μου, φωνές που δεν μπορώ να φωνάξω, λέξεις που δε μπορώ να εκφράσω. Νομίζω πως θέλω να ουρλιάξω, μα κυριαρχεί ένα κενό, στο οποίο δεν υπάρχει ούτε βουή ούτε φωνή. Όλα είναι άδεια.
            Οι φίλες μου με αγαπούν, δε λέω, μα έχουν και εκείνες τα προβλήματά τους, τα οποία εγώ προσπαθώ να λύσω, ώστε κάποια στιγμή να έχουν και αυτές λίγο πολύτιμο χρόνο για να ακούσουν και τα δικά μου. Αποτυχημένη προσπάθεια.
            Κάπου στις σκέψεις μου χάθηκα. Οι άγγελοι και οι δαίμονες μου κουράστηκαν να παλεύουν και αποκοιμήθηκαν, μαζί με αυτούς κι εγώ.

                                                     *                 *                *

           
“Αντιγόνη; Αντιγόνη ξύπνα, τι έγινε;”
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπο μου, είχαν γίνει “ένα” μαζί με τον κρύο ιδρώτα που έτρεχε ασταμάτητα. Άρχισα να σπαράζω, η καρδιά μου τρεμόπαιζε σα χαλασμένο πιάνο και οι παλμοί μου άρχισαν να ανεβαίνουν.
            “Πάλι εφιάλτης;” , φώναξε ο πατέρας μου, κι έτρεξε προς το μέρος μου.
            Η μητέρα μου προσπάθησε να με καθησυχάσει, ενώ εγώ παρέμενα σιωπηλή κλαίγοντας.
            “Σε αφήνουμε να ηρεμήσεις, σ' αγαπάμε πολύ. Μόλις νιώσεις καλύτερα έλα στο σαλόνι. Εντάξει;”
            Νόμιζα πως τρελαινόμουν. Δεν ήταν απλά ένα όνειρο, είμαι σίγουρη. Κάθε λεπτό που περνάει αρχίζω να πιστεύω πως αυτός ο ζωντανός εφιάλτης θα μπορούσε να με σκοτώσει. Προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου, μα δε μπορούσα. Αναρωτιόμουν, αν ήμουν μόνη μου τι θα συνέβαινε;
          Σηκώνομαι από το κρεβάτι μου, και με αστάθεια κατευθύνομαι προς το σαλόνι με ένα τρομερό πονοκέφαλο. Ακούω τους γονείς μου να συνομιλούν.
            “Τι θα κάνουμε τελικά; Δε ξέρω για πόσο θα το αντέξει όλο αυτό.”
            “Δεν έχω ιδέα, και με τρομάζει που συμβαίνει εδώ και τόσο καιρό. Κάποιος ψυχολόγος ίσως;”
            “Δε πιστεύω πως είναι ανάγκη να μάθουν όλοι.. Καλύτερα να μη μαθευτεί αλλού. Με το μωρό τι θα κάνουμε;”
            “Πιστεύω πως είναι καλό ένα νέο μέλος στην οικογένειά μας, είναι ευτυχία.”


                                                        *                *                 *

            Εκείνη τη στιγμή ανοίγω τη πόρτα και κάθομαι στο καναπέ εξαντλημένη. Με κοιτούν με ένα φόβο στα μάτια και νιώθω να απορροφάται ένα μέρος της ψυχής μου. Αντιλαμβάνομαι τον πόνο τους.
            “Αντιγόνη;” , με ρωτάει η μητέρα μου.
            “Δεν είμαι σε θέση να συζητήσω.. Συγγνώμη...” , αποκρίνομαι.
            “Να, απλά προσπαθώ να βρω ένα τρόπο ώστε να καταφέρουμε να λύσουμε αυτό το θέμα. Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι..”
            “Νομίζω πως θα καταφέρω να το λύσω μόνη μου. Δεν είναι ανάγκη να σας κουράζω με έξοδα σε ψυχιάτρους ή ψυχολόγους.”
          “Δε μας κουράζεις..”
       Δεν απάντησα. Δεν είχα το κουράγιο. Επέστρεψα στο δωμάτιο μου με αργά και σταθερά βήματα. Ανέβηκα στην κουκέτα και κατάφερα να ξαπλώσω, αυτή τη φορά χωρίς να σκέφτομαι. Το μυαλό μου άδειασε.
            Για μια ολόκληρη εβδομάδα δε κατάφερα να κλείσω το μάτι μου ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Δε τους είπα τίποτα. Οι καφέδες ήταν το πρώτο πράγμα που έπαιρνα μαζί μου όπου και αν πήγαινα. Δεν ήθελα να κοιμηθώ. Προσπαθούσα να καθυστερήσω όλο αυτό το γολγοθά αυξάνοντας τους μαύρους κύκλους κάτω από τα κοκκινισμένα μάτια μου.
            Μετά από οκτώ μέρες ο πόνος, σωματικός και ψυχολογικός δεν έλεγε να σταματήσει. Έγραφα ένα γράμμα στους γονείς μου τις τελευταίες μέρες. Δεν ήξερα πως αλλιώς θα τους έλεγα αυτό που είχα σκοπό να πράξω.





“Μαμά και μπαμπά,

              σας γράφω αυτό το γράμμα για πολλούς λόγους. Αποφάσισα να μη σας τους αποκαλύψω. Πονάω όμως, πονάω πολύ. Δεν μπορώ πια να κοιμηθώ, οι δαίμονες μου νίκησαν τη μάχη.
            Σας παρακαλώ, μη κλάψετε. Όσο θα σας κοιτώ από κει ψηλά θέλω να είστε ευτυχισμένοι. Μαμά, μη κλάψεις, θα κάνει κακό στο μωρό η δυστυχία αυτή. Σας άκουσα κρυφά όταν συζητούσατε για την εγκυμοσύνη. Μόλις γεννηθεί θέλω να δώσετε στο μωρό το όνομά μου και να το αγαπήσετε όσο εμένα, και αν είναι δυνατόν, ακόμα περισσότερο.
            Μπαμπάκα μου. Μπορεί να μη τα πηγαίναμε καλά τώρα τελευταία αλλά θέλω να ξέρεις ότι σου έχω αδυναμία. Πάντα ήξερα ότι με αγαπούσες πολύ και πως ήθελες να με προστατεύεις από το σκληρό αυτό κόσμο. Είμαι τόσο ευτυχισμένη γι' αυτό και το εκτιμώ, μα δεν αρκεί η δική σου η προσπάθεια, αν εγώ δεν προσπαθήσω. Και σου υπόσχομαι ότι προσπάθησα, μα δε τα κατάφερα. Δεν ήθελα να σας προξενήσω κι άλλα προβλήματα και κατέληξα να σας γράφω αυτό το γράμμα. Θέλω να μου προσέχεις τη μαμά και να την αγκαλιάζεις συνέχεια. Και να της λες πως την αγαπάω, πως την αγαπάω πολύ.
            Ήθελα επίσης να γράψω κάτι μικρό για το καινούριο μέλος της οικογένειάς μας. Ελπίζω το γράμμα αυτό να πέσει στα χέρια του/της όταν θα βρίσκεται σε θέση να αντιληφθεί τη πράξη που είμαι έτοιμη να κάνω. ``Μικρούλι, να ξέρεις πως  εγώ θα σε προσέχω πάντα. Να ξέρεις ότι και εσένα σ' αγαπώ. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τους λόγους και τις αιτίες για τις οποίες θα πραγματοποιηθεί αυτή μου η απόφαση, ούτε καν τις αφορμές. Να μου προσέχεις τη μαμά και τον μπαμπά.``
            Κλείνοντας, θέλω να δείτε αυτή τη φωτογραφία που υπάρχει στον φάκελο. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου, θυμάστε; Σας αγαπώ, συγχωρέστε με σας παρακαλώ.

            .                                                                                            Με αγάπη η κόρη σας,
                                                                                                                       Αντιγόνη.”

            Ήμουν απολύτως σίγουρη γι' αυτό που ήμουν έτοιμη να κάνω. Είχα λάβει υπόψη μου όλες τις συνέπειες και τον πόνο που θα τους προκαλούσα. Αλλά πονάω περισσότερο από εκείνους. Φαίνεται εγωιστικό, μα υπήρξαν πολλοί λόγοι, και ο κυριότερος το ότι ήμουν θύμα βιασμού. Δε τους το είχα πει αρχικά, μα κάποια στιγμή μαθεύτηκε παντού. Όλοι με κορόιδευαν, κανένας πια δε με συμπαθούσε, παρόλο που κανένας δε γνώριζε την αλήθεια για αυτή την ιστορία. Έπειτα από αυτό άρχισα  να παίρνω χάπια, να πίνω αλκόολ. Δεν ήξερα πως να αντιδράσω.  Άλλαξα σχολείο, μα και εκεί μαθεύτηκε. Πριν λίγους μήνες είχα κατάθλιψη και οι τάσεις αυτοκτονίας μου αυξήθηκαν. Μου απαγόρευσαν την έξοδο από το σπίτι μέχρι να είναι σίγουροι πως θα σταματούσα. Τους το υποσχέθηκα, μα δε το έκανα. Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Ξέρω πως η αυτοκτονία δεν είναι λύση. Πίστευα πως μας έδωσες αυτή τη ζωή επειδή είμαστε αρκετά δυνατοί για να τη ζήσουμε. Μα εγώ δε ζω, απλά προσπαθώ καθημερινά να επιβιώσω. Στο κάτω κάτω, οι άνθρωποι δε πεθαίνουν από την αυτοκτονία. Πεθαίνουν από τη λύπη.
        Οι γονείς μου λείπουν από το σπίτι. Με τη  λεπίδα αρχίζω να χαράζω την επιδερμίδα μου, όλο και δυνατότερα και βαθύτερα κάθε φορά. Στο δέρμα μου αναγνωρίζεται πλέον η λέξη “συγγνώμη” και δίπλα μια μεγάλη κόκκινη καρδιά, κόκκινη από το αίμα που τρέχει στο σώμα μου.
            Ξαπλώνω στο κρεβάτι. Παίρνω όσα χάπια βρίσκω μπροστά μου. Μήπως αρχίζω να το μετανιώνω; Είναι αργά πια τώρα. Καταπίνω όλο και περισσότερα χωρίς δισταγμό. Ξαπλώνω στο κρεβάτι μου , σκεπάζομαι και βάζω το γράμμα, το οποίο έχει γεμίσει αίματα, ανάμεσα στα χέρια μου. “Συγγνώμη..” μονολογώ ασταμάτητα.
            Νομίζω πως σταδιακά χάνω τις αισθήσεις μου.
            “Δε θέλω να πεθάνω μαμά, σε παρακαλώ μαμά, σώσε με, κάνε κάτι. Συγγνώμη, σ' αγαπώ, κάνε κάτι.”
            Τα μάτια μου κλείνουν και αρχίσω να χάνω την επαφή με τον κόσμο. Εκείνη τη στιγμή ακούω τη φωνή της μητέρας μου να μπαίνει στο σπίτι και να φωνάζει.
            “Πάλι άφησες τη πόρτα ξεκλείδωτη; Δε σου έχω πει ότι είναι επικίνδυνο; Τέλος πάντων, έλα να δεις τι σου πήρα!”
            Οι τοίχοι γέμισαν το δωμάτιο σιωπή, και η είμαι πεπεισμένη πως η σιωπή είναι αυτή που σκοτώνει τον άνθρωπο, όχι ο θάνατος.
            “Αντιγόνη;”, φωνάζει.
            Το σπίτι συνεχίζει να παραμένει σιωπηλό.
        Ξαφνικά αρχίζω να ακούω δυνατότερα το όνομά μου. Κάτι νιώθω να με ακουμπάει. Πρέπει να είναι η μαμά μου. Μέσα μου με όση δύναμη μου έχει απομείνει προσπαθώ να τη φωνάξω. Μα δε μπορώ, κάτι με εμποδίζει. Την ακούω να κλαίει, να οδύρεται.
       “Γρηγόρη, το παιδί μας! Το παιδί μας πεθαίνει, τρέχα!” , και νιώθω δάκρυα από τα μάτια της να κυλούν επάνω μου.

                                                      *              *             *

         Νιώθω πως βρίσκομαι σε ένα άλλο χώρο. Δεν είμαι στο σπίτι μου. Μαμά που είμαι; Μπαμπά; Μπαμπά που με πήγες;  Νιώθω ένα απότομο τράνταγμα και μια φωνή να ουρλιάζει. “Σας παρακαλώ, σώστε το παιδί μου!”
        Είναι η μαμά μου, μαμά μ' ακούς; Μαμά σε ποιον μιλάς; Είμαι στο νοσοκομείο; Πες τους να με σώσουν σε παρακαλώ! Σ' αγαπάω! Μαμά μπορώ και σ' ακούω ακόμα, μη κλαις, προσπάθησε να με βοηθήσεις!
            Ξαφνικά, ακούω αμυδρά μια φωνή, άγνωστη, να φωνάζει τους γονείς μου.
            “Λοιπόν.. κάναμε ότι μπορούσαμε.. η κόρη σας...”

                                                                                                                       ΣΤΕΛΛΑ ΝΟΥΡΟ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου