Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

,ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

                                       

   Σκοτεινοί οι δρόμοι της Αθήνας τα βράδια. Τα φώτα της δίνουν μια όψη σκληρή και αποτρόπαια. Στους δρόμους της τα βράδια δεν πρέπει να κυκλοφορούν γυναίκες. Γιατί λένε πως οι γυναίκες είναι πολύ ευαίσθητες για να αντέξουν τη φρίκη που προκαλεί το σκοτάδι και το φως, η νύχτα και οι λάμπες των δρόμων, οι άνθρωποι και τα σκυλιά.
   Αλλά εκείνη δεν φοβάται την Αθήνα. Γιατί είναι πλάσμα της σκιάς, φτιαγμένο για να δίνει φως σε όσες και όσους το χρειάζονται. Και δεν είναι η μόνη που κυκλοφορεί μόνη της μες τα μαύρα μεσάνυχτα. Θα συναντήσει άλλες τρεις γυναίκες σε διαφορετικούς δρόμους και θα μάθει την ιστορία τους. Θα τις πλησιάζει με ένα τσιγάρο, θα τις ακούει μέχρι αυτό να σβήσει και, μόλις σβήνει, θα εξαφανίζεται μαζί με τον καπνό…

                                                                * * * * *
Έλλη

   Όνειρα… Χαμένα όνειρα στο πέρασμα της απότομης ωρίμανσης λόγω κάποιων καταστάσεων που αργείς να καταλάβεις και να εξηγήσεις. Και δε μιλάω για τα όνειρα, που βλέπουμε στον ύπνο μας, αυτά τα μυστήρια παιχνίδια του υποσυνείδητου. Μιλάω για τα όνειρα της καρδιάς, που τους δίνει σάρκα το μυαλό και τα υλοποιεί, αν δεν τα καταστρέψει.  Όνειρα για το μέλλον να δίνουν φως σε μια σκοτεινιασμένη καρδιά. Όνειρα που δίνουν ελπίδες.
   Μεσάνυχτα σε μια πόλη των δυτικών προαστίων. Μια πόλη φτωχών που έζησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πετσί της και τώρα μέσα στην Ελλάδα της κρίσης προσκυνάει τις αντιλήψεις που τότε είχε πολεμήσει. Η Νίκαια, η κάποτε Κοκκινιά, άλλη μία πόλη που της έδωσαν το όνομά της οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής.
   Περπάτησε κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του Κρατικού Νοσοκομείου. Το πεζοδρόμιο ήταν βρώμικο. Ένα σκυλί γάβγιζε σε μια γάτα, που είχε κρυφτεί μέσα στον κάδο ανακύκλωσης. Απέναντι ένα Λύκειο, που τα φώτα του δρόμου του έδιναν όψη ταινίας τρόμου. Άλλο ένα Λύκειο της Ελλάδας με μαθητές που αγωνίζονται με λάθος τρόπο για τα πιο λάθος πράγματα. Άλλαξε η λέξη «αγώνας» στην σύγχρονη Ελλάδα. Γιατί άλλαξε και η αγάπη που είχαν κάποτε τα παιδιά για το σχολείο. Και ποιος φταίει που η αγάπη αυτή με το πέρασμα του χρόνου γίνεται μίσος; Ένα παιδί κάποτε δέχτηκε μέχρι και να πεθάνει για τα σχολεία και τα βιβλία. Κάποτε τα παιδιά αναγκαζόντουσαν να παρατήσουν το σχολείο, ενώ το ήθελαν πολύ να συνεχίσουν. Και τώρα το αφήνουν από επιλογή. Μα τι ειρωνεία!
   Σταμάτησε στην στάση του παλαιού τέρματος των λεωφορείων. Μια κοπέλα, που δεν θα ήταν πάνω από είκοσι πέντε, καθόταν εκεί και ποιος ξέρει τι περίμενε. Το τελευταίο λεωφορείο της γραμμής είχε περάσει.
  Πήρε το τσιγάρο που είχε στερεωμένο στο αυτί της και το ακούμπησε στα χείλη της πριν απευθυνθεί στην νεαρή κοπέλα.
-Δεσποινίς, μήπως έχεις αναπτήρα;
Την κοίταξε τρομαγμένη. Δεν είχε καταλάβει πότε την είχε πλησιάσει τόσο πολύ η γυναίκα που τώρα καθόταν δίπλα της στη στάση.
-Εμ, συγγνώμη, δεν σας πρόσεξα. Τι μου είπατε;
-Αναπτήρα, λέω, έχεις;
-Αν και δεν καπνίζω, έχω έναν αναπτήρα στην τσάντα μου.
  Άνοιξε τη μεγάλη τσάντα ώμου και το χέρι της χάθηκε μέσα σ’ αυτήν. Νόμιζες ότι θα μπει ολόκληρη μέσα. Μετά από αρκετό ψάξιμο έβγαλε έναν μικρό κόκκινο αναπτήρα, που μετά βίας άναβε.
-Δεν καπνίζεις, αλλά ο αναπτήρας τελειωμένος, φιλενάδα, της παρατήρησε.
-Δεν καπνίζω εγώ. Ένας φίλος μου.
  Στο τέλος το τσιγάρο άναψε και κάθισε να το απολαύσει, πριν την παρατηρήσει πάλι.
-Αν κρίνω από τα κατακόκκινα μάτια σου και το γεγονός ότι κάθεσαι σε στάση λεωφορείου μες τα μαύρα μεσάνυχτα, ενώ ξέρεις ότι δεν περνάει άλλο λεωφορείο από εδώ, μάλλον ο φίλος που λες είναι ο πρώην σου και σε πλήγωσε πάρα πολύ.
-Τι; Εγώ… Αχ, έχασα το λεωφορείο…
-Μην προσποιείσαι.
-Μα δεν προσποιούμαι.
-Τότε κοίτα με στα μάτια και χωρίς να γυρίσεις να κοιτάξεις την ταμπέλα της στάσης πες μου σε ποια στάση βρίσκεσαι και ποιο λεωφορείο περιμένεις;
   Καμία απάντηση. Ούτε καν σήκωσε το βλέμμα της να την κοιτάξει. Μόνο έμεινε να κοιτάζει την τσάντα της, που την είχε στα γόνατά της. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της κι ένας λυγμός ξέφυγε από τα βάθη της καρδιάς της. Αμέσως σκούπισε το δάκρυ και προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί, δαπανώντας κάθε ίχνος ενέργειας που της είχε μείνει.
-Πάλι θα προσποιηθείς; Άσε τον εαυτό σου ελεύθερο. Μην τον πιέζεις τόσο. Αρκετές πιέσεις έχεις δεχτεί ως τώρα. Ξεχείλισε το ποτήρι. Καιρός είναι να αδειάσει. Δεν νομίζεις;
   Έγνεψε καταφατικά, αφού το σκέφτηκε λίγο. Ήξερε καλά πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε ποτήρια κάτω από μια χαλασμένη βρύση, που ‘‘στάζει’’ προβλήματα. Κάποιες σταγόνες είναι μικρές. Άλλες είναι μεγάλες. Κι άλλες φτάνουν το ποτήρι να ξεχειλίσει. Αυτό το ποτήρι, όμως, πρέπει να αδειάζει κάθε τόσο προτού ξεχειλίσει, γιατί μετά δύσκολα μαζεύει κανείς τα νερά.
-Μίλα μου, Έλλη. Είμαι εδώ για να σ’ ακούσω.
-Σ’ ευχαριστώ, αλλά πώς ξέρεις το όνομά μου;
-Μου το είπες προηγουμένως.
-Δεν θυμάμαι να συστηθήκαμε.
-Το γράφει και το κολιέ στο λαιμό σου.
-Όντως. Έχεις δίκιο.
-Λοιπόν, πώς τον έλεγαν τον τύπο που σε έκανε να μην ξέρεις που βρίσκεσαι;
-Μάκη. Πίστευα πως ήταν το άλλο μου μισό. Τον αγαπούσα.
 Η τελευταία λέξη βγήκε σαν απελπισμένη κραυγή και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά, ενώ η συντροφιά της κάπνιζε το μεγάλο τσιγάρο στο χέρι της.
  Την άφησε να κλάψει και όταν την είδε να ηρεμεί της συνέχισε την κουβέντα, μέχρι να της βγάλει κάθε της πόνο και να τον απαλύνει.
-Δεν σου φέρθηκε καθόλου καλά.
-Όχι, φέρθηκε απαίσια. Ήμουν πάντα δίπλα του όταν με χρειαζόταν και όταν μου προέκυψε εμένα κάτι, εξαφανίστηκε. Χρειαζόμουν έναν άνθρωπο δικό μου δίπλα μου να με στηρίξει. Τον έψαχνα παντού, του έστελνα μηνύματα ότι τον χρειάζομαι, τον έπαιρνα τηλέφωνο και δεν τον βρήκα πουθενά. Και στο αποκορύφωμα όλων των προβλημάτων που αντιμετώπιζα εκείνη την περίοδο μου στέλνει ένα μήνυμα με απόκρυψη αριθμού και με χωρίζει.
-Και θρασύδειλος ο λεγάμενος.
-Σήμερα τον είδα με άλλη. Με είδε κι αυτός. Ήρθαμε πρόσωπο με πρόσωπο και ούτε καν μου μίλησε. Απλά με προσπέρασε. Εγώ σάστισα εκείνη την στιγμή. Μόλις όμως  τον έχασα από τα μάτια μου, μετάνιωσα που δεν τον είχα χαστουκίσει.
-Καλύτερα. Δεν έχει νόημα. Με το να ασχοληθείς θα του έδινες πάρα πολύ αξία. Πάντως αν σου βγει αυθόρμητα κανένα χαστούκι, μην το μετανιώσεις μετά. Καλό θα του κάνεις.
   Η Έλλη προσπάθησε να της χαμογελάσει, αλλά της ξέφυγε ένας ακόμα λυγμός και η συνομιλήτριά της κατάλαβε και την άφησε να κλάψει ξανά στον ρυθμό του πόνου της. Κι όταν πάλι ηρέμησε, της προσέφερε το τσιγάρο της για μια ρουφηξιά. Το πήρε στα χέρια της διστακτικά και το επεξεργάστηκε. Δεν έγραφε τι μάρκα ήταν. Θυμάται όμως ότι έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από χρυσάφι και πως είχε μία άσπρη λάμψη όταν το ακούμπησε στα χείλη της. Περίεργος ήταν κι ο καπνός που βγήκε από το στόμα της. Πυκνός και ολόλευκος και η γυναίκα που της το είχε δώσει έμοιαζε να διαβάζει τα περίεργα σχέδια που έκανε πριν χαθεί στην ατμόσφαιρα.
-Τι προβλήματα αντιμετώπιζες με την οικογένειά σου εκείνη την περίοδο;
-Η μητέρα μου ήταν άρρωστη, απάντησε με ένα ανέκφραστο ύφος, σαν να μην της έκανε αίσθηση πια. Έτρεχα όλη μέρα στα νοσοκομεία και στους γιατρούς για να βρω τι έχει. Τα συμπτώματα ήταν ενοχλήσεις στο στομάχι και δεν είχε καθόλου όρεξη να φάει. Τελικά…
  Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό της.
-Διαγνώστηκε με καρκίνο στο στομάχι, την συμπλήρωσε.
-Ναι, μα πώς το ξέρεις;
-Το πέρασα κι εγώ.
-Λυπάμαι!
  Κάτι ήθελε να την ρωτήσει, αλλά το ξέχασε. Δεν μπορούσε να το θυμηθεί κι έτσι έμεινε να την κοιτάζει για λίγο με το στόμα ανοιχτό. Όταν το θυμήθηκε, της είχε θέσει άλλο ερώτημα η άγνωστη και το ξέχασε πάλι.
-Τι σπούδασες;
-Νομική, απάντησε με μια πίκρα και μια ειρωνεία στον τόνο της φωνής της.
-Τι ήθελες να σπουδάσεις;
-Ήθελα να πάω στην Σχολή Καλών Τεχνών, μετά να περάσω λίγα χρόνια στη Γαλλία και ύστερα να γυρίσω πάλι εδώ.
-Ωραίο ακούγεται. Να μαντέψω; Πιέσεις από το οικογενειακό περιβάλλον σε κράτησαν μακριά από το όνειρο;
-Σωστά μάντεψες. Ο πατέρας μου δεν έχει και σε τόσο μεγάλη εκτίμηση τους καλλιτέχνες. Έχει τη χειρότερη άποψη γι’ αυτούς. Και σαφώς είχε πολλά όνειρα για την κόρη του. Δεν ακολούθησα τα όνειρά μου με το σκεπτικό ότι δεν θα μου προσφέρουν το μέλλον που θέλω. Έκανα το χατίρι του πατέρα μου, για να εξασφαλίσω την οικονομική ανεξαρτησία στον εαυτό μου. Και τώρα που έχω τελειώσει τη Νομική εδώ και δύο χρόνια, δεν την έχω.
-Έλλη, τα όνειρά μας είναι αυτά που δημιουργούν το μέλλον μας. Οι ελπίδες που έχουμε για ένα καλύτερο μέλλον μας κάνουν να ονειρευόμαστε ακόμα περισσότερο. Δεν χρειάζεται να ασκήσεις το επάγγελμα που έχεις εκπαιδευτεί. Χρειάζεται, όμως, να σπουδάσεις το επάγγελμα που έχεις ονειρευτεί. Έχεις τον πατέρα σου που μπορεί να σε στηρίξει οικονομικά. Γιατί δεν κάνεις αυτό που έχεις ονειρευτεί; Κι ας μην το ασκήσεις ποτέ. Ακολούθησέ το μόνο και μόνο για να κάνεις το κέφι σου. Δεν θα αποτύχεις.
-Δεν ξέρω. Το μόνο άτομο που θα με υποστήριζε σε μια τέτοια απόφαση είναι η μητέρα μου κι αυτή δεν ζει πια. Δεν ξέρω αν μπορώ να σταθώ μπροστά στον πατέρα μου και να του ανακοινώσω κάτι τέτοιο. Φοβάμαι και το ρίσκο που θα πάρω.
-Ο φόβος δημιουργείται από το μυαλό, για να βασανίζει την καρδιά και να την εμποδίζει να κάνει αυτό που θέλει. Εμείς έχουμε χρέος να ακούμε την καρδιά μας που και που. Κάνε αυτό που σου λέει η καρδιά σου.
-Άκουσα την καρδιά μου στο θέμα του Μάκη και πληγώθηκα.
-Όταν πρόκειται για έρωτες, γλυκιά μου, η καρδιά τρελαίνεται και δεν ξέρει τι κάνει. Εκεί παίρνει θέση το μυαλό.
-Θα το σκεφτώ. Αρκετά με μένα. Πες μου για σένα.
-Ένα λεωφορείο, είπε κοιτάζοντας στην  άκρη του δρόμου. Είναι διαθέσιμο.
-Μα πώς; ρώτησε κατάπληκτη.
-Θα είχαν κάποια καθυστέρηση. Θα σε πάει σπίτι σου.
  Σηκώθηκε αμέσως και της επέστρεψε το τσιγάρο, το οποίο είχε σχεδόν τελειώσει. Επιβιβάστηκε και πριν κλείσουν οι πόρτες την ευχαρίστησε για τη βοήθεια που της προσέφερε.
-Μην πάψεις να ελπίζεις και να ονειρεύεσαι, Έλλη, της είπε τελικά και τελείωσε το τσιγάρο της.
   Οι πόρτες έκλεισαν και η Έλλη κάθισε στα μπροστινά καθίσματα. Γύρισε πάλι να κοιτάξει την γυναίκα, που την είχε βοηθήσει. Αλλά είχε πια εξαφανιστεί σαν καπνός…


                                                                          * * * * *
Μελετία

   Οικογένεια… Διαλυμένη οικογένεια. Γνωστός όρος στις μέρες μας. Και είναι στ’ αλήθεια ένας λόγος να απορείς «γιατί;». Συνηθισμένη ερώτηση. Καμία απάντηση ως τώρα.
   Μια γενιά δεν ήξερε να χτίζει. Κι έτσι το σπίτι έμεινε χωρίς θεμέλια. Η άλλη γενιά πίστευε πως ό, τι χαλάει, φτιάχνεται. Κι έχτισε ένα σπίτι, το οποίο «ολημερίς το χτίζανε και το βράδυ γκρεμιζόταν». Έτσι η επόμενη γενιά στερήθηκε πολλά κι έμαθε πως το παν στη ζωή είναι να προσφέρεις στους άλλους. Η νέα γενιά έγινε υλιστική, γιατί δεν στερήθηκε τίποτα από την προηγούμενη. Έμαθε πως το παν είναι να έχεις το παν, χάνοντας την ουσία των πραγμάτων, που ήταν η χαρά του να δίνεις και η ευτυχία του να σου επιστρέφεται αυτό που έδωσες με οποιονδήποτε τρόπο. Έτσι έχτιζε σπίτια μόνο με τούβλα. Χωρίς μπετό. Χωρίς ασβέστη. Και τα σπίτια ήταν μονόχρωμα, γιατί τους έλειπε η αγάπη, η οποία ήταν περαστική από την σχέση που την φιλοξένησε ιδεολογικά. Και τα σπίτια γκρεμίστηκαν. Και τα συντρίμμια ονομάστηκαν «παιδιά του αύριο». Και τι θα απογίνουν αυτά τα παιδιά χωρίς σπίτι και χωρίς θεμέλια να χτίσουν ένα δικό τους; Αυτό θα μας το πουν τα ίδια τα παιδιά. Όταν έρθει το αύριο…
 Δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα στην Πλατεία Συντάγματος. Το επιβλητικό κτήριο δεσπόζει απομονωμένο απέναντι από την ιστορική πλατεία. Τα φώτα που το λούζουν μες τη μαύρη νύχτα σου δίνουν την εντύπωση ότι έχει τυλιχτεί στις φλόγες. Αλλά ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει ή αυτό που εύχεται να δει. Λένε πως το κτήριο αυτό φτιάχτηκε, για να κατοικήσουν τριακόσιοι ήρωες. Άλλαξαν τα σχέδια στην πορεία της ιστορίας. Στο κτίριο κατοίκησαν τριακόσιοι κλέφτες, που τα τελευταία χρόνια έχουν αντικατασταθεί από τριακόσιους προδότες. Αυτά είπε ο λαός.
   Κατέβηκε αργά τα σκαλιά της πλατείας και στο τελευταίο σκαλοπάτι είδε να κάθεται μια γυναίκα γύρω στα σαράντα. Κρατούσε στα χέρια της μια φωτογραφία και την φιλούσε με τρεμάμενα χείλη. Ένα δάκρυ έβρεξε το γυαλιστερό χαρτί στα χέρια της. Την σκούπισε με γρήγορες και προσεκτικές κινήσεις. Λες και φοβόταν ότι στο πέρασμα του χεριού της η παιδική φιγούρα θα έφευγε.
  Κάθισε δίπλα της. Αυτή τη φορά έβγαλε ένα τσιγάρο από το μανίκι της και της το έδωσε. Ξαφνιασμένη η γυναίκα το αρνήθηκε κι έκανε λίγο πιο κει. Το τσιγάρο άναψε με μια λάμψη. Μάλλον θα ήταν αναπτήρας. Δεν πρόσεξε πότε τον έβγαλε από την τσέπη της.
-Ο γιος σου; ρώτησε μετά από λίγο.
-Τι είπες;
-Στη φωτογραφία, λέω, ο γιος σου είναι;
-Ναι… ήταν…, απάντησε με πίκρα.
-Τι απέγινε;
-Δεν ξέρω. Δεν μου είπαν.
-Οι γιατροί;
-Όχι. Τι νόημα έχει να σου πω; Όλα τελείωσαν πια.
-Όσο ανατέλλει ο ήλιος κι όσο αναπνέεις, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Λοιπόν;
   Στάθηκε σκεπτική και κοιτούσε πάλι την φωτογραφία του παιδιού της. Κι όταν άρχισε να εξιστορεί, σε κάθε της λέξη ο καπνός από το τσιγάρο έμπαινε μέσα της. Και σε κάθε της εισπνοή ένιωθε όλο και πιο ανάλαφρη.
-Ήμασταν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ένα όμορφο ζευγάρι. Είχαμε έναν πολύ έξυπνο γιο, που τον χτύπησε μια αρρώστια σε πολύ μικρή ηλικία. Ήταν κολλητική. Έτσι είπαν τουλάχιστον. Ο άντρας μου μού απαγόρευε να φροντίζω τον γιο μου. Κι όσο μου το απαγόρευε, τόσο κολλούσα πάνω του. Αρχίσαμε να τσακωνόμαστε. Στο τέλος, με παράτησε με το παιδί άρρωστο. Δεν μου πέρασε στιγμή από το μυαλό να ζητήσω διαζύγιο με αιτία την εγκατάλειψη. Εκείνος, όμως, είχε ήδη κανονίσει τα πάντα. Στο δικαστήριο είπε ότι τον έδιωξα κι ότι πάντα εγώ ξεκινούσα τους καβγάδες. Είπε ότι αυτός έδειχνε πιο πολύ ενδιαφέρον για το παιδί κι ότι εγώ δεν έδινα καμία σημασία ούτε στην αρρώστιά του ούτε στις δικές του παρακλήσεις για προσοχή. Έφτασε μέχρι και να κλάψει στο δικαστήριο. Ήταν πολύ καλός ηθοποιός. Είχε και πολύ καλό δικηγόρο. Γι’ αυτό και το διαζύγιο βγήκε υπέρ του. Ο δικαστής τον διαβεβαίωσε πως θα μπορούσε να πάρει και την επιμέλεια του παιδιού, αφού νοιαζόταν τόσο πολύ και αγαπούσε τον γιο του, καθώς είχε καταθέσει. Δεν έκανε καμία κίνηση. Μόνο που με το διαζύγιο μου πήρε τα πάντα. Σπίτι, καταθέσεις στην τράπεζα και δεν με άφησε να πάρω ούτε τα ρούχα μου. Έμεινα στον δρόμο. Κάποιος με κατήγγειλε για παραμέληση ανηλίκου. Μάλλον θα ήταν αυτός. Η κοινωνική πρόνοια μου πήρε το παιδί. «Μια άστεγη δεν μπορεί να παρέχει τίποτα σε ένα άρρωστο παιδί. Είναι εντελώς άχρηστη να το μεγαλώσει». Το πήγαν σ’ ένα νοσοκομείο κι από κει βρέθηκε σε μια ιδιωτική κλινική στην Θεσσαλονίκη. Όσο ήταν εδώ στην Αθήνα μου απαγόρευσαν να το βλέπω. Έλεγαν πως του έκανε κακό η παρουσία μου. Με άφησαν να το αποχαιρετήσω. Με παρακαλούσε να μην φύγω. Έκλαιγε και το κλάμα του έκανε την καρδιά μου να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Με έβαλε να του υποσχεθώ πως θα γυρίσω να τον πάρω και του το υποσχέθηκα.
  Στην τελευταία της λέξη βγήκε ένα βογγητό πόνου και ύστερα τα δάκρυά της ξέπλυναν το πρόσωπό της από την ντροπή. Μόλις ηρέμησε, η υπομονετική ακροάτρια της έδωσε πάλι το τσιγάρο και αυτή τη φορά το δέχτηκε. Μια λάμψη την τύφλωσε για λίγο. Πίστεψε πως ήταν κάποιο αυτοκίνητο με πολύ δυνατά φώτα. Στην πρώτη ρουφηξιά ξέχασε πως δεν είχε συστηθεί με την γυναίκα δίπλα της, που τώρα της μιλούσε γλυκά κι ενθαρρυντικά. Η φωνή της έμοιαζε να διαβάζει κάποιο  ανοιχτό βιβλίο που είχε μπροστά της.
-Μελετία, καταλαβαίνω τις τύψεις που αισθάνεσαι απέναντι στο παιδί σου. Έδωσες μια υπόσχεση που πιστεύεις ότι δεν μπορείς να κρατήσεις κι αυτό σε χαντακώνει. Είχες κάποιες ελπίδες, όμως, τότε και γκρεμίστηκαν όταν έμαθες ότι ο γιός σου μεταφέρθηκε σε άλλη πόλη. Οι αποστάσεις να ξέρεις είναι σχετικές. Μπορούν να καλυφθούν μόνο αν το θελήσουμε πραγματικά. Και η θέληση βγαίνει από την ελπίδα και η ελπίδα από τις πιθανότητες να πραγματοποιηθεί αυτό που θες. Ακόμα και οι πιθανότητες είναι σχετικές, γιατί βασίζονται στην ανθρώπινη λογική. Εσύ ορίζεις τις πιθανότητες που θα σου δώσουν ελπίδα. Κι εσύ επιλέγεις την ελπίδα που θα σου δώσει θέληση. Μην το ξεχνάς αυτό. Σε τι ήλπιζες τότε; Τότε που έδωσες υπόσχεση να πας να τον πάρεις.
-Ήλπιζα ότι θα βρω δουλειά και με τα χρήματα που θα μάζευα θα νοίκιαζα ένα σπίτι κι έτσι θα έπαιρνα πίσω το παιδί μου. Έψαξα πάρα πολύ, αλλά κανείς δεν μπορούσε να προσλάβει μία άστεγη. Όταν έμαθα ότι τον μετέφεραν στην Θεσσαλονίκη, σταμάτησα να ψάχνω και άρχισα να περιπλανιέμαι άσκοπα στους δρόμους της Αθήνας. Σήμερα ο δρόμος με έφερε εδώ. Αύριο δεν ξέρω που θα με βγάλει.
-Υπάρχει έστω και μια μικρή ελπίδα μέσα σου ότι τα πράγματα για σένα μπορούν να φτιάξουν;
-Ναι, ακόμα έχω αυτήν την ελπίδα ότι αν βρω δουλειά, όλα θα αλλάξουν. Αλλά δεν έχω βρει τίποτα και ούτε ψάχνω. Το μόνο που ζητάω πλέον από τον Θεό μου είναι να έχει καλά το παιδί μου όπου και να το έχει πάει.
  Της έδωσε πίσω το τσιγάρο της και άφησε ένα τελευταίο λευκό συννεφάκι καπνού να βγει από το στόμα της.
-Κοίτα, κανονικά δεν πρέπει να στο πω, γιατί το ξέρουν λίγοι. Σε αυτόν τον δρόμο εκεί είναι ένα μαγαζάκι. Ξέρεις ποιο σου λέω. Το έχει ένας πολύ ευαίσθητος και πονετικός άνθρωπος. Ζητάει υπαλλήλους. Αν πας να κοιμηθείς στο σκαλί του μαγαζιού αυτού, θα σε δει το πρωί που θα πάει ν’ ανοίξει και θα σε βοηθήσει. Συνηθίζει να δίνει φαγητό σε άστεγους. Επίσης το μαγαζί το έχει με τον αδερφό του, ο οποίος έχει ανοίξει ένα άλλο με την ίδια επωνυμία στη Θεσσαλονίκη. Γιατί δεν πηγαίνεις;
-Δεν ξέρω. Κι αν δεν μου δώσει δουλειά;
-Αν δεν πας, δεν θα μάθεις τι θα γίνει.
-Εσύ τι θα κάνεις;
-Θα κάτσω λίγο ακόμα. Πήγαινε τώρα, πριν ξημερώσει. Και μην πάψεις να ελπίζεις.
  Σηκώθηκε όρθια, την χαιρέτησε και έτρεξε γρήγορα στην άλλη άκρη της πλατείας. Θυμήθηκε ότι δεν την είχε ευχαριστήσει και είχε ξεχάσει και το όνομά της. Γύρισε να την ευχαριστήσει, μα εκεί που καθόταν πριν η γυναίκα που την έβγαλε από την κατάντια της, είχε μείνει μόνο ένα λευκό σύννεφο καπνού ν’ ανεβαίνει προς τον ουρανό…


                                                                * * * * *
Τζίνα

   Ζωή… Κατεστραμμένη ζωή. Μια ζωή να πλανιέται στην άβυσσο. Μια ψυχή να κολυμπάει στο άπειρο και να γυρεύει τη πύλη της ευτυχίας. Τι έσπρωξε τους ανθρώπους στην μαύρη τρύπα, στο κενό; Οι καταστάσεις, βέβαια. Οι καταστάσεις και οι συνθήκες που δεν επέλεξαν, αλλά συνέβαλαν στο να συμβούν. Άλλαξαν για να επιβιώσουν στο κενό και ξεκίνησαν από το μηδέν για να φτάσουν στο ένα. Κι εκεί εμφανίζεται η ελπίδα ως κίνητρο για να ξεκινήσουν πάλι από την αρχή. Μα δεν είχε χαθεί πιο πριν; Όχι! Η ελπίδα ζει πάντα μες την καρδιά του κάθε ανθρώπου. Δεν σβήνει ποτέ, δεν πεθαίνει ποτέ, δεν χάνεται ποτέ. Κι αν κοιτάξεις βαθιά μες τα μάτια ενός ανθρώπου, θα δεις την ψυχή του. Ίσως η εικόνα που θα αντικρίσεις να μην είναι αυτή που περίμενες ή που πίστευες ότι θα δεις. Θα είναι, όμως, ό, τι πιο αληθινό έχεις δει στην ζωή σου. Θα δεις την ψυχή και μες την ψυχή θα δεις τη μαύρη τρύπα που την ρούφηξε και την άλλαξε και μες τη μαύρη τρύπα θα δεις κάτι να λάμπει και θα σε γαληνέψει για μια στιγμή. Δεν είναι κάποιο αστέρι ή κάποιο μαγικό πλάσμα με φωτεινά φτερά. Είναι η ελπίδα της ψυχής αυτού του ανθρώπου που κοιτάς στα μάτια. Κάνε την να λάμψει περισσότερο αν μπορείς…
   Λίγο πριν ξημερώσει κάτω από την γέφυρα της Λεωφόρου Κηφισού. Ακόμα και το βράδυ αυτός ο δρόμος δεν παύει να έχει ζωή. Τα αυτοκίνητα πηγαίνουν κι έρχονται, δημιουργώντας έναν ήχο σα νανούρισμα στ’ αυτιά των κατοίκων της πόλης.
  Το κλάμα μιας γυναίκας έσκιζε το νανούρισμα του δρόμου. Καθόταν στο πεζοδρόμια κάτω από τη γέφυρα. Το πρόσωπό της είχε ακουμπήσει στα γόνατά της και είχε κρυφτεί μέσα στα χέρια της. Η σπαρακτική φωνή ήταν ικανή να συγκινήσει  και τον πιο δυνατό και σκληρό άνθρωπο.
-Θεέ μου, λυπήσου με. Βοήθησέ με. Χάνω το μωρό μου. Δεν θέλω να το χάσω. Ακόμα δεν το πήρα στην αγκαλιά μου. Ακόμα δεν χάιδεψα το προσωπάκι του. Ακόμα δεν είδα το χαμόγελό του. Μην μου το παίρνεις, σε παρακαλώ. Θα άλλαζα τα πάντα μόνο για να έχω αυτό το παιδί. Βοήθησέ με.
   Συνέχισε να κλαίει για αρκετή ώρα. Στα θολωμένα από τα δάκρυα μάτια της σχηματίστηκε η φιγούρα μιας γυναίκας που κάπνιζε ένα χρυσό τσιγάρο. Τρομαγμένη σηκώθηκε όρθια κι έκανε να φύγει. Μα τότε την σταμάτησε η καθησυχαστική φωνή της.
-Ηρέμησε! Δεν πρόκειται να σε πειράξω. Κάθισε. Μην φοβάσαι!
  Κάθισε πάλι στο πεζοδρόμιο και την κοίταξε διερευνητικά.
-Ποια είσαι και τι θες; ρώτησε ακόμα φοβισμένη.
-Τώρα συστηθήκαμε και δε θέλω τίποτα από σένα. Σε είδα μόνη σου και σκέφτηκα ότι θες παρέα.
-Συστηθήκαμε; Δηλαδή σου είπα το όνομά μου;
-Ναι. Σε λένε Τζίνα. Ή τουλάχιστον έτσι είπες ότι σε λένε.
   Η Τζίνα κατέβασε το κεφάλι της ντροπιασμένη που δεν θυμόταν το όνομα της γυναίκας δίπλα της, αλλά ούτε και τη στιγμή που συστήθηκαν. Θα ήταν ακόμα ζαλισμένη από αυτό που της είχε συμβεί και από το πολύ κλάμα που είχε ρίξει.
-Συγγνώμη! Πρέπει να έχεις δίκιο. Τζίνα με λένε. Το βαφτιστικό μου είναι Γεωργία. Γεωργία Παπαστεργίου.
-Και γιατί έκλαιγες μες την νύχτα σε ένα βρώμικο πεζοδρόμιο, Γεωργία; Για να εκλιπαρείς τον Θεό σου για βοήθεια με αυτόν τον τρόπο πάει να πει πως πραγματικά την χρειάζεσαι. Τι έγινε;
-Μου είναι δύσκολο να το πω, απάντησε με έναν κόμπο στον λαιμό. Είμαι μια πόρνη που έκανε το λάθος να ερωτευτεί. Διεκδίκησα ένα δικαίωμα που δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσω. Γι’ αυτό κατάντησα έτσι.
-Πώς έφτασες ως εδώ;
-Εννοείς πώς έγινα ιερόδουλη, γέλασε αχνά και συνέχισε, δεν ήταν επιλογή μου. Ήμουν ένα καλό και αθώο κορίτσι. Έμενα στην Εκάλη με τους γονείς μου σε μια πολύ όμορφη βίλα. Το μεγαλύτερο μέρος της ήταν κήπος με λίγα δέντρα και πολύχρωμα λουλούδια. Ζούσα ένα παραμύθι. Το παραμύθι αυτό δεν είχε καλό τέλος. Οι γονείς μου σκοτώθηκαν σε τροχαίο, που ήμουν σίγουρη ότι προκάλεσε ο θείος μου. Μετά την κηδεία τους μου τα ομολόγησε όλα. Είπε ότι μισούσε τον πατέρα μου και ότι ήθελε την περιουσία του. Η περιουσία του, όμως, είχε περάσει όλη σε μένα. Ο θείος μου έγινε κηδεμόνας μου. Μου υποσχέθηκε να μην με κλείσει σε ορφανοτροφείο και να μου εξασφαλίσει το μέλλον μου. Μετά από χρόνια κατάλαβα τι εννοούσε. Με έδωσε σε μια ιερόδουλη, την Μαντάμ Μπία. Εκείνη με μεγάλωσε και με μύησε στην τέχνη της. Τίποτα απ’ όσα έγιναν από εκείνην την μέρα κι έπειτα δεν ήταν επιλογή μου.
-Σίγουρα δεν ήταν επιλογή σου. Πόσων χρόνων ήσουν τότε;
-Όταν με έδωσε στη Μαντάμ Μπία ήμουν δέκα ετών και μόλις έκλεισα τα δεκαοχτώ έγινα ιερόδουλη. Δεν έχω κανένα παράπονο από αυτήν την γυναίκα. Τους άντρες που μου έστελνε στο δωμάτιό μου τους κοιτούσε ευθεία στα μάτια, για να δει την ψυχή τους. Το βλέμμα της ήταν έντονο. Αυτοί που της ανταπέδιδαν το βλέμμα ερχόντουσαν στο δωμάτιό μου, γιατί ήξεραν τι ήθελαν και δεν κρυβόντουσαν πίσω από το δάχτυλό τους. Η φιλοσοφία της είναι η εξής: «όλοι οι άντρες έχουν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους την επιθυμία τους. Όσοι δεν φοβούνται να την κρύψουν έχουν και την πιο αγνή επιθυμία, όσοι σκύβουν το κεφάλι όταν τους κοιτάς στα μάτια, δεν ξέρουν τι ακριβώς επιθυμούν και μπορούν να σε βλάψουν. Αυτούς να φοβάσαι…», λέει.
-Σωστή η Μαντάμ!
-Ναι, αλλά έπεσε έξω στον τελευταίο που μου έστειλε. Δεν ήταν αυτό που έδειχνε. Όπως είπα τον ερωτεύτηκα. Εκείνος, όμως, δεν ένιωσε τίποτα για μένα ούτε μία στιγμή. Τον πίστευα σε ότι μου έλεγε. Μου έταξε γάμο. Έμεινα έγκυος από αυτόν. Στην κοιλιά μου κολυμπούσε ένα μικρό ανθρωπάκι και με γέμιζε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Φυσικά του το είπα, παρά τις ενστάσεις της Μαντάμ Μπίας. Εξαφανίστηκε για τρεις μήνες κι εχτές με πήρε τηλέφωνο και μου είπε να έρθω να τον συναντήσω εδώ. Κι εγώ η ευκολόπιστη ήρθα. Με έβαλε στο αυτοκίνητο του, με βίασε, με χτύπησε, γρονθοκόπησε την κοιλιά μου μέχρι που απέβαλα και με πέταξε πάλι εδώ. Έχασα το μωρό μου, γιατί είμαι μία πόρνη. Έτσι είπε.
  Ασυγκράτητη άρχισε να κλαίει με τα χέρια της να αγκαλιάζουν την κοιλιά της.
-Ηρέμησε. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Πάρε, της έδωσε το τσιγάρο.
-Δεν καπνίζω, είπε μέσα στα αναφιλητά της, αλλά σαν μαγεμένη σταμάτησε και πήρε το τσιγάρο στα χέρια της.
  Ο άσπρος καπνός, που έβγαινε από το στόμα της, έκανε σχέδια στο μαύρο του ουρανού πριν γίνει ένα με αυτόν. Ευχαρίστησε μετά από λίγο την άγνωστη γυναίκα και της το επέστρεψε. Σ’ αυτόν το λίγο χρόνο που κάπνισε είχε αποτυπωθεί στον τσιγάρο η ψυχή της. Πριν της το δώσει, πρόσεξε πως το τσιγάρο έγραφε το όνομά της. Μα την επόμενη στιγμή το ξέχασε.
-Αρχίζει να χαράζει. Πρέπει να γυρίσω στον οίκο ανοχής. Η Μαντάμ Μπία θα ανησυχεί πολύ.
-Και γιατί να γυρίσεις;
 Δεν πήρε απάντηση κι έτσι συνέχισε να λέει.
-Φύγε από δω. Πήγαινε όσο πιο μακριά μπορείς. Είσαι νέα ακόμα. Μπορείς να ξεκινήσεις την ζωή σου από την αρχή. Το δικαίωμα στη ζωή το έχουν όλοι. Όλοι όσοι ξέρουν να αγωνίζονται. Έχεις μια πολύ βασανισμένη ψυχή, που, παρ’ όλα ταύτα, έχει μείνει αγνή και μπορεί να δώσει πολύ αγάπη σε όποιον την αξίζει. Και αυτό το μωρό την αξίζει. Αξίζει και την αγάπη σου και μια καλύτερη ζωή με σένα. Οτιδήποτε κι αν είσαι, οτιδήποτε κι αν γίνεις, θα είσαι πάντα εσύ. Κάνε μια νέα αρχή.
-Δεν μπορώ. Όσο είχα το μωρό μου, ήθελα να κάνω αυτή τη νέα αρχή, για να του προσφέρω μια καλύτερη ζωή. Τώρα, όμως, όλα τελείωσαν. Είμαι καταδικασμένη να ζω σε κείνο το δωμάτιο και να δέχομαι όποιον έρχεται.
-Δεν σου αξίζει αυτό. Πώς είσαι σίγουρη ότι απέβαλες;
-Μα δεν βλέπεις ότι είμαι μες τα αίματα;
-Αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Για να δω.
 Έβαλε το χέρι στην κοιλιά της Τζίνας και την χάιδεψε απαλά. Ύστερα της χαμογέλασε.
-Κοριτσάκι είναι.
-Τι; Μα…
-Απορώ πώς δεν αισθάνεσαι το παιδί σου, Γεωργία;
   Έβαλε κι εκείνη τα χέρια της στην κοιλιά της κι άρχισε να την ψαχουλεύει. Το μικρό της ανθρωπάκι ήταν ζωντανό κι εύθυμο. Δάκρυα χαράς κύλησαν από τα μάτια της. Ήθελε να την αγκαλιάσει και να την ευχαριστήσει που την βοήθησε. Αλλά τα χέρια της αγκάλιασαν τον αέρα. Δεν κατάλαβε τι έγινε και πώς βρέθηκε η μυστηριώδης γυναίκα δύο βήματα πιο πέρα να της μιλάει.
-Πήγαινε στην Μαντάμ Μπία να της ζητήσεις να σε αφήσει ελεύθερη. Δεν θα στο αρνηθεί. Αρκεί να μην πάψεις να ελπίζεις. Και να κάνεις όνειρα γι’ αυτό το παιδί. Είμαι σίγουρη ότι θα το μεγαλώσεις με τον καλύτερο τρόπο.
-Έλα κι εσύ μαζί μου.
-Όχι, εγώ θα μείνω εδώ μέχρι να σβήσει το τσιγάρο και ύστερα θα εξαφανιστώ. Πήγαινε τώρα.
Δεν χρειάστηκε να της το πει δεύτερη φορά. Είχε ήδη σηκωθεί κι έφευγε. Γύρισε να ρίξει μια τελευταία ματιά πίσω της. Αλλά το τσιγάρο είχε πλέον σβήσει…

                                                                       * * * * *

Τρία χρόνια μετά…

Έλλη

-Καλημέρα, mon chéri!
-Καλημέρα, αγάπη μου!
 Την φίλησε γλυκά στο μέτωπο και κάθισε δίπλα της στο τραπέζι, για να απολαύσει τον γαλλικό καφέ του με την υπέροχη θέα του Πύργου του Άιφελ.
 Η Έλλη φρόντιζε πάντα να του έχει έτοιμο το πρωινό του και την εφημερίδα του και να τον περιποιείται όσο καλύτερα μπορεί. Κι εκείνος δεν ξεχνούσε ποτέ να της φέρνει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο όταν γυρνούσε απ’ το γραφείο. Από κείνο το βράδυ που την είδε στο αργοπορημένο λεωφορείο την ερωτεύτηκε και ήξερε πως ήθελε να είναι μαζί της. Θα έλεγε κανείς πως ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αφού και η Έλλη έτρεφε τα ίδια ακριβώς συναισθήματα για τον Πάολο. Συμπλήρωνε ο ένας τον άλλον με μοναδικό τρόπο. Λες και μοιραζόντουσαν το ίδιο μυαλό. Και για να φωλιάσει ο έρωτας τους δεν υπήρχε πιο ρομαντικό μέρος από το Παρίσι. Ο Πάολο ήταν μισός Γάλλος από την μητέρα του. Η Έλλη ήθελε να μάθει περισσότερα για την ζωγραφική. Οπότε η ιδέα να μετακομίσουν εκεί βόλεψε και τους δύο.
-Τι σκέφτεσαι πάλι, mon chéri;
-Τίποτα, απάντησε διστακτικά και χαμήλωσε το βλέμμα της.
-Δεν με ξεγελάς εμένα. Για να δω τα μάτια σου.
Άφησε την εφημερίδα του και την κοίταξε. Εκείνη σήκωσε τα μάτια της και προσπάθησε να τον ξεγελάσει.
-Τι βλέπετε, γιατρέ; Είναι σοβαρό;
-Μην προσπαθείς να με παραπλανήσεις, μικρή. Σε ξέρω καλά. Και ξέρω πως σκέφτεσαι πάλι την Αθήνα.  Και συγκεκριμένα σκέφτεσαι εκείνη την γυναίκα που είδες.
-Έπεσες μέσα. Αυτό σκέφτομαι, του απάντησε και χαμήλωσε πάλι το βλέμμα της.
-Σου έχω πει πως όταν σε είδα στη στάση ήσουν μόνη σου. Μπορεί να είναι στο μυαλό σου όλο αυτό.
-Αποκλείεται. Την είδα και κάπνισα μαζί της. Το θυμάμαι πάρα πολύ καλά.
-Ωραία! Μήπως τότε θυμάσαι το όνομά της; Είχες πει ότι συστηθήκατε. Μήπως θυμάσαι το πρόσωπό της; Θυμάσαι τίποτα από εκείνη την γυναίκα;
-Εντάξει! Φτάνει! Κατάλαβα που το πας. Όχι δεν θυμάμαι τίποτα. Θυμάμαι μόνο όσα είπε.
-Mon chéri, πρέπει να τα ξεχάσεις όλα αυτά. Ήταν ένα όνειρο. Ένα δημιούργημα της φαντασίας σου.
-Ήταν πολύ δυνατό, για να το ξεχάσω.
-Μα στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι είδες φάντασμα;
-Δεν μίλησα για φάντασμα, αλλά για κάποια ή κάτι που βρέθηκε εκεί, για να με βοηθήσει.
-Και τι νομίζεις ότι ήταν τότε;
-Δεν ξέρω. Με γαλήνεψε, όμως, πάρα πολύ. Ό, τι κι αν ήταν, μου έκανε πολύ καλό και της το χρωστάω.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί να κοιτάζονται. Την σιωπή έσπασε πάλι ο Πάολο.
-Τι άλλο σε απασχολεί;
-Μου έχει λείψει η Ελλάδα και ο πατέρας μου. Έμαθα όσα ήταν να μάθω εδώ και τώρα θέλω να γυρίσω πίσω. Εσύ τι λες;
-Ξέρεις ότι έζησα χρόνια στην Ελλάδα και όσο όμορφη κι αν είναι η Γαλλία, δεν συγκρίνεται με την Ελλάδα. Θέλω να γυρίσω κι εγώ, αλλά πρέπει πρώτα να τακτοποιηθώ με την δουλειά μου.
-Εννοείται, αγάπη μου. Δεν θα φύγουμε τώρα αμέσως. Θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι να το επιτρέψει ο γιατρός μου.
-Ο γιατρός σου; Γιατί;
-Ξέρεις… Πιστεύω πως το χωριό της μητέρας μου θα ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο μέρος να μεγαλώσει το παιδί μας.
-Αλήθεια; Είσαι…
-Ναι, περιμένουμε παιδί.

Μελετία

  Η Μελετία ετοιμαζόταν να κατέβει στο μαγαζί. Βγήκε για λίγο στο μπαλκόνι της να θαυμάσει τον Λευκό Πύργο και να γεμίσει το πνευμόνια της με θαλασσινό αέρα. Είχαν περάσει δύο χρόνια από τότε που είχε έρθει στην Θεσσαλονίκη κι ακόμα θυμάται εκείνη την πρώτη μέρα που βρέθηκε εκεί. Εκείνη την μέρα ερωτεύτηκε την πόλη και τα πόδια της ρίζωσαν στην πρωτεύουσα της πατρίδας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ερωτεύτηκε και τον Αρτέμιο, το καινούργιο αφεντικό της.
  Ο Βαλάντιος την είχε βοηθήσει πάρα πολύ στην Αθήνα και όταν της ανακοίνωσε ότι θα την στείλει στον αδερφό του στην Θεσσαλονίκη, η καρδιά της φτερούγισε σαν τρελή. Τα πράγματα κυλούσαν όπως τα ήθελε. Παντρεύτηκε τον Αρτέμιο με κουμπάρο τον Βαλάντιο. Και οι δύο μαζί την βοήθησαν να πάρει πίσω το παιδί της. Το μόνο πράγμα που δεν είχε αλλάξει ήταν η αρρώστια του παιδιού της. Ακόμα έπρεπε να το τρέχει στους γιατρούς και να είναι από πάνω του όλο το βράδυ να το παρατηρεί.
 Λίγο πριν φύγει άκουσε τον γιο της να την φωνάζει κι έτρεξε κοντά του.
-Καλημέρα, αγόρι μου! Καλά είσαι;
-Καλά είμαι, μαμά! Πού θα πας;
-Κάτω στο μαγαζί. Θα ανέβει τώρα ο Αρτέμιος να κάτσει μαζί σου. Πέσε να κοιμηθείς.
-Θέλω να μου πεις πάλι εκείνη την ιστορία που δεν είχες σπίτι και δεν μπορούσες να έρθεις να με πάρεις και σε βοήθησε μια κυρία.
-Να στην πω, αγόρι μου. Λοιπόν, μια φορά πριν τρία χρόνια η μαμά έμεινε χωρίς σπίτι και σε πήραν μακριά μου. Καθόμουν στα σκαλιά της πλατείας Συντάγματος με την φωτογραφία σου στα χέρια μου όταν με πλησίασε μια γυναίκα μ’ ένα περίεργο τσιγάρο κι έμεινε κοντά μου μέχρι αυτό να σβήσει…

Γεωργία

  Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό και στόλιζε με τις ηλιαχτίδες του την αρχαία πόλη. Οι ηλιαχτίδες στάθηκαν να παίξουν σ’ έναν μεγάλο κήπο και να χαϊδέψουν τα ξανθά μεταξένια μαλλιά ενός μικρού κοριτσιού που κρυβόταν πίσω από ένα δέντρο. Πηδούσαν από το ένα φύλλο στο άλλο και από δέντρο σε δέντρο, ψάχνοντας τον άνθρωπο που έπαιζε κρυφτό μαζί της. Στο τέλος, την μαρτύρησαν.
-Σ’ έπιασα!
 Η μικρή άρχισε να τρέχει κι η μητέρα της την κυνήγησε σ’ όλον τον κήπο. Κι όταν την έπιασε την γαργάλισε τόσο πολύ που το γέλιο της άκουσε όλη η Εκάλη.
-Φτάνει, μαμά, φτάνει, παρακάλεσε το κοριτσάκι χωρίς ανάσα και η μητέρα της την άφησε.
 Ακούστηκε η βαριά φωνή ενός άντρα να την φωνάζει μέσα από το σπίτι. Γύρισε στην κόρη της, της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της και της είπε:
-Πάω να δω τι με θέλει ο μπαμπάς κι  έρχομαι. Μην βγεις έξω από τον κήπο. Εντάξει;
  Η κόρη της τής έγνεψε καταφατικά και πήγε να παίξει με τα λουλούδια. Έλεγε πως τα λουλούδια και τα δέντρα είναι φίλοι της. Τους είχε δώσει διάφορα ονόματα και όλη μέρα τους έλεγε ιστορίες και το βράδυ ένα παραμύθι για να κοιμηθούν. Ακόμα δεν τα είχε δει να μαραίνονται. Ακόμα δεν είχε γνωρίσει τον παγερό χειμώνα ούτε το μουντό φθινόπωρο.
-Αγάπη μου, με φώναξες; ρώτησε μπαίνοντας στο σπίτι.
-Ναι, Γεωργία μου, ακούστηκε η ίδια αντρική φωνή που την φώναζε προηγουμένως. Πήρε τηλέφωνο ο δικηγόρος σου. Υπάρχουν, λέει, κάποιες καταθέσεις του πατέρα σου σε τράπεζα του εξωτερικού και είχε κάνει αίτηση ο θείος σου να σηκώσει όλο το ποσό των καταθέσεων. Θες να συνεχιστεί η διαδικασία; Αν τα αφήσεις, μόλις βγει από την φυλακή ο θείος σου, μπορεί να τα πάρει.
-Είναι πάρα πολλά;
-Για κάποιον σαν εκείνον, που δεν του έχει μείνει τίποτα απολύτως, ναι, είναι. Του αρκούν να πάρει ένα σπίτι και να ζήσει για τρεις μήνες με τα υπόλοιπα.
  Στάθηκε για λίγο σκεπτική. Ο θείος της για κείνην ήταν ένα τέρας. Για τον πατέρα της ήταν ο αδερφός του και τον αγαπούσε. Τον είχε συγχωρέσει, όμως ένιωθε μέσα της κάποιες φορές να τρέφεται θανάσιμο μίσος, όποτε θυμόταν τι είχε περάσει. Μπορεί να της έκανε πολύ μεγάλο κακό, αλλά θα μπορούσαν τα πράγματα να ήταν και χειρότερα. Θα μπορούσε να μην την είχε δώσει στην Μαντάμ Μπία και να την πούλαγε σε κάποιον δουλέμπορο. Ή θα μπορούσε η Μαντάμ Μπία να μην ήταν τόσο καλός άνθρωπος και να την μυούσε στο επάγγελμα της από τα δώδεκα ή τα δεκαέξι. Εκείνη, όμως, την μεγάλωσε σαν κόρη της και την πρόσεξε πάρα πολύ. Και, στο τέλος, την άφησε ελεύθερη. Πολλά θα μπορούσαν να είχαν γίνει. Αλλά έγιναν αυτά που έγιναν για τους λόγους που έγιναν. Τίποτα δεν μπορούσε να αλλάξει από το παρελθόν. Στο παρόν, είχε κληθεί να πάρει την απόφαση αν θα τιμωρήσει κι άλλο τον θείο της ή αν θα του έδινε τουλάχιστον την ευκαιρία να ξεκινήσει την ζωή του από την αρχή, αφού έβγαινε από την φυλακή.
-Θα κάνει πολλά χρόνια να βγει στην κοινωνία, ξεκίνησε να λέει, όταν έρθει η ώρα, όμως, να βγει από την φυλακή, θα του πάρουμε ένα σπίτι με αυτά τα χρήματα και θα του δώσουμε όσα μείνουν για να ζήσει.
-Νομίζω πως πήρες την σωστή απόφαση, της είπε χαμογελώντας.
 Του ανταπέδωσε το χαμόγελο και κοιτάζοντάς τον στα μάτια, θυμήθηκε πάλι το τότε.
 Τότε που ήταν ακόμα η Τζίνα. Τότε που μόλις της είχε νοικιάσει ένα σπίτι η Μαντάμ Μπία. Τότε που η κοιλιά της είχε αρχίσει να φουσκώνει. Τότε τον γνώρισε. Όταν σχόλαγε από την πρώτη της κανονική δουλειά ως σερβιτόρα σε καφετέρια. Τον είχε δει ήδη στο μαγαζί ως πελάτη και μετά της συστήθηκε ως Ζήνων. Τότε που έμαθε για την εγκυμοσύνη της, όταν είχε αρχίσει πια να φαίνεται πολύ. Τότε που την ρώτησε ποιανού ήταν το παιδί κι αναγκάστηκε να του πει όλη την αλήθεια κλαίγοντας από ντροπή. Τότε που της είπε ότι δεν τον ένοιαζε το παρελθόν της και ότι ήθελε να την παντρευτεί. Τότε που αναγνώρισε την κόρη της ως δική του. Και τότε που πήρε πίσω όλα όσα της ανήκαν κι έβαλε τον θείο της στην φυλακή.
 Μέσα σε όλα αυτά γύρισε πάλι στο νου της η ανάμνηση αυτής της μυστήριας γυναίκας που δεν ξανάδε ποτέ. Τι να απέγινε; Εκείνο το βράδυ, πριν απομακρυνθεί πολύ, γύρισε να την κοιτάξει και το μόνο που είδε ήταν ο καπνός του τσιγάρου. Την έπιασε ένας φόβος για το παιδί της. Φοβήθηκε πως όλα τα είχε δει σε όνειρο και ότι είχε όντως αποβάλει. Μα τότε είχε ακούσει έναν ψίθυρο να της λέει πως θα προστατέψει το μωρό της και όπως πλησίασε εκείνην μ’ ένα τσιγάρο, θα πλησιάσει το μωρό με ένα λουλούδι και θα γίνει ο προστάτης της. Και σαν ανάμνηση πέρασαν από τα μάτια της όλα όσα είχαν  συμβεί από τότε μέχρι σήμερα.
-Τι σκέφτεσαι; την ρώτησε.
-Όλα όσα έγιναν.
-Ξέχνα τα όλα τώρα. Είπαμε δεν θα κοιτάμε πίσω. Από το παρελθόν κρατάμε μόνο τις καλές αναμνήσεις και τα μαθήματα που μας έδωσαν οι κακές. Πρέπει να ζήσουμε το σήμερα και το αύριο. Τώρα η κόρη σου σε περιμένει έξω. Πήγαινε να παίξεις μαζί της.
 Υπάκουσε και βγήκε στον κήπο να βρει την κόρη της. Γύρισε μετά από λίγο χλωμή και κατατρομαγμένη.
-Ζήνωνα, δεν βρίσκω το παιδί.
 Βγήκαν και οι δύο έξω και άρχισαν να ψάχνουν με μανία πίσω από τα δέντρα και μέσα στα λουλούδια. Αλλά η μικρή δε φαινόταν πουθενά. Η Γεωργία έτρεξε προς την εξώπορτα, για να βγει έξω να ψάξει κι εκεί δίπλα στην εξώπορτα βρήκε την κόρη της να κοιμάται μ’ ένα τριαντάφυλλο αγκαλιά. Φώναξε στον άντρα της να σταματήσει να την ψάχνει και να πάει κοντά της. Όταν εκείνος έφτασε δίπλα της,  η Γεωργία είχε ξαναβρεί το χρώμα της και είχε καθίσει δίπλα στην κόρη της. Ήθελε να παρατηρήσει λίγο καλύτερα το λουλούδι κι έκανε να το πάρει. Ένα δυνατό φως την τύφλωσε κι όταν αυτό έσβησε, είδε πάνω στο κοτσάνι γραμμένο το όνομα της κόρης της και κάποια πολύ μικρά γράμματα πάνω σε κάθε πέταλο.
 Ο Ζήνων βρήκε ένα πέταλο  μπροστά στην καγκελωτή πόρτα και το πήρε στα χέρια του.. Πριν προλάβει να το διαβάσει αυτό είχε γίνει σκόνη που την πήρε ο άνεμος μέσα από τα χέρια του. Γύρισε έκπληκτος προς τη γυναίκα του κι εκείνη, καθώς έπαιρνε το κοριτσάκι της στην αγκαλιά της, του είπε:
-Στο είχα πει πως δεν ήταν όνειρο. Θα μείνει μαζί της, μέχρι να μαραθεί το τριαντάφυλλο…

                                                                    * * * * *

Όλοι αξίζουν άλλη μια ευκαιρία στη ζωή. Και όλους πρέπει να τους συγχωρούμε. Θα πρέπει να δώσουμε, όμως, πολλές ευκαιρίες μέχρι να διορθωθεί ένας άνθρωπος. Μα να θυμάσαι από τη  δεύτερη ευκαιρία και μετά να φοράς πανοπλία και να έχεις το σπαθί σου ακονισμένο…

                                                                                       ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΚΡΕΜΗ ΛΙΑΔΗ 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου