Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Se jemi shokë / Γιατί είμαστε φίλοι

      Η δασκάλα είχε νεύρα κι όταν η δασκάλα είχε νεύρα, έπρεπε όλοι να είμαστε ήσυχοι κι αν έβαζε κάποιον στο μάτι, δεν τον έσωζαν μήτε θεοί μήτε δαίμονες. Εμείς δεν κινδυνεύαμε. Αυτός που κινδύνευε ήταν ο Γιάννης. Εξάλλου, από την αρχή της χρονιάς τον είχε βάλει στο μάτι. Του μιλούσε απότομα, του φώναζε, τον μάλωνε και ανεχόταν να τον κοροϊδεύουν τα  παιδιά. «Να ο χαζός βρωμιάρης», έλεγαν.
            Εκείνο το πρωί μόλις μπήκε στο σχολείο, ο πιο νταής με μια σπρωξιά τον έριξε κάτω. Στεκόμουν παράμερα. Φοβήθηκα να τον πλησιάσω. Κι αν ο νταής έσπρωχνε κι εμένα; Μόνο ένας τρελός θα τα έβαζε με τον Γιώργο και τη «σκυλοπαρέα» του – έτσι τους αποκαλούσα, καθώς η παιδική μου σκέψη δεν έβρισκε κανένα ελαφρυντικό για τη συμπεριφορά τους. Παλιότερα πείραζαν κι εμένα, αλλά από τότε που ήρθε ο Γιάννης βρήκαν άλλο θύμα και με άφησαν ήσυχο.
            Κάνει μια προσπάθεια να σηκωθεί και τον ξαναρίχνουν κάτω.
            - Γύρνα στη χώρα σου, παλιοαλβανέ, του φώναξε ο Γιώργος. Ύστερα τον έφτυσε κι έφυγε. Εκείνος έμεινε εκεί σαστισμένος να με κοιτάζει. Η παράκληση των δακρύων του, που είχαν αρχίσει να κυλούν από πιο πριν, δεν ήταν για τον δήμιό του, αλλά για μένα. Με παρακαλούσε να τον βοηθήσω, να τον υποστηρίξω. Μα εγώ δείλιασα, έσκυψα το κεφάλι και απομακρύνθηκα. Κι όμως, εκείνος βρήκε το θάρρος και τη δύναμη να σηκωθεί μόνος του, σκούπισε τα σάλια του Γιώργου από το πρόσωπό του κι ένας χείμαρρος υβρεολoγίων στα αλβανικά ξεχύθηκε από το στόμα του. Η «σκυλοπαρέα» τον άκουσε και γύρισε να τον κατασπαράξει. Τους είδα να τον χτυπούν αλύπητα με μπουνιές και κλωτσιές, μα εκείνος δεν έβγαζε άχνα. Στην όψη της φριχτής αυτής εικόνας, θυμήθηκα τον εαυτό μου να γυρνάει σπίτι με μώλωπες και μαυρισμένο μάτι.
            Φώναξα τη δασκάλα να τον βοηθήσει κι εκείνη ήρθε τρέχοντας. Μόλις πάτησε φωνή, τα «σκυλιά» σκορπίστηκαν δεξιά κι αριστερά λυσσασμένα κι έτοιμα να ξαναορμήσουν με την πρώτη ευκαιρία που θα τους δινόταν. Στεκόντουσαν σε κύκλο γύρω από τον Γιάννη, ο οποίος έφτυνε αίμα κι έβηχε δυνατά στην προσπάθειά του να αναπνεύσει κανονικά και να επαναφέρει την καρδιά του σε φυσιολογικούς ρυθμούς.
            - Τι γίνεται εδώ; ρώτησε η δασκάλα κοιτώντας τον Γιάννη.
            - Μας έβρισε, κυρία, απάντησε βιαστικά ο Λάμπρος, ένα από τα σκυλιά.
            - Γιατί τους έβρισες, Γιάννη; Τιμωρία! Δεν θα μπεις μέσα στην τάξη την πρώτη ώρα. Και αύριο να έρθεις με τους γονείς σου ή με όποιον από τους δύο θα μπορώ να συνεννοηθώ χωρίς νοήματα και χειρονομίες.
            Γελάνε οι νταήδες. «Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γελοίον ᾖ», έλεγαν οι Αρχαίοι Έλληνες. Τι ανόητοι! Πώς τολμούσαν να γελούν ύστερα από αυτό που του έκαναν; Δεν ντρέπονταν λίγο; Δεν ένιωθαν τύψεις; Μα τι λέω; Για να νιώσει κανείς τύψεις, πρέπει να έχει καρδιά και συνείδηση και αυτοί υστερούσαν και από τα δύο.
            Όταν βγήκα από την τάξη, έκανε παγωνιά και το κρύο τρυπούσε τα κόκαλά μου. Ο Γιάννης καθόταν μόνος του κάτω από ένα δέντρο στο προαύλιο του σχολείου. Σε αυτό το διάλειμμα όλα τα παιδιά έτρωγαν το κολατσιό τους. Εκείνον, όμως, δεν τον είχα δει ποτέ να τρώει. Είχα το ψωμοτύρι μου τυλιγμένο μέσα στο αλουμινόχαρτο που κρατούσα στα χέρια μου. Πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη να το μοιραστώ μαζί του. Κι αν προσβαλλόταν; Είχα καταλάβει από τη συμπεριφορά του ότι ήταν ένα πολύ περήφανο παιδί, αλλά μερικές φορές η υπερηφάνεια μάς εμποδίζει να δούμε τις αγνές προθέσεις των άλλων. Τον πλησίασα και κάθισα δίπλα του. Ξαφνιάστηκε από την κίνησή μου και τραβήχτηκε λίγο πιο πέρα. Κοιτούσε κάτω με σουφρωμένα φρύδια και τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος. Ξετύλιξα το ψωμοτύρι από το αλουμινόχαρτο, μοίρασα στα δύο πρώτα το ψωμί και μετά το τυρί και του τα έδωσα. Αυτή ίσως ήταν μια κίνηση που δεν την περίμενε ποτέ. Ίσως κανείς ποτέ να μην του είχε προσφέρει τίποτα ή να μην περίμενε εγώ να του προσφέρω κάτι. Η έκπληξη ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Το ένστικτο της επιβίωσης και η κοιλιά του που γουργούριζε δυνατά έρχονταν σε διαφωνία με την υπερηφάνεια του και τον παρότρυναν να δεχτεί την προσφορά μου.
            - Έλα, πάρ’ το, τον παρότρυνα κι εγώ με τη σειρά μου.
            - Όχι, εσύ το χρειάζεσαι πιο πολύ από μένα.
            - Μην είσαι χαζός. Όλα τα παιδιά πρέπει να τρώνε κολατσιό. Έτσι λέει η μαμά μου.
            Άπλωσε δειλά το χέρι του, το πήρε κι έβαλε μια μεγάλη μπουκιά ψωμί στο στόμα του. Έκανα κι εγώ το ίδιο.
            - Ευχαριστώ, είπε χαμογελώντας. Πώς σε λένε;
            - Άγγελο. Εσένα;
            - Στην Αλβανία με φωνάζουν Besim και εδώ στην Ελλάδα με φωνάζουν Γιάννη. Χάρηκα για τη γνωριμία! χαμογέλασε πάλι και μου έτεινε το χέρι για μια φιλική χειραψία. Σφίξαμε τα χέρια και μια απορία ξεπήδησε στις σκέψεις μου.
            - Τι σημαίνει Besim;
            - Αξιοπιστία.
            Αξιοπιστία! Δύσκολο να βρεις έναν άνθρωπο αξιόπιστο στην τωρινή εποχή και σε κάθε εποχή και σε κάθε χώρα και σε κάθε ήπειρο. Γενικότερα, είναι δύσκολο να βρεις έναν άνθρωπο. Ο Διογένης κυκλοφορούσε μέρα μεσημέρι με ένα φανάρι στο χέρι ψάχνοντας να βρει έναν άνθρωπο στην τότε Ελλάδα της φιλοσοφίας, της ρητορικής, της επιστήμης, της τέχνης. Κι αν ο Διογένης δυσκολευόταν τότε, θα καταφέρουμε να βρούμε εμείς στο σημερινό κόσμο που μοιάζει να έχει χαθεί η ανθρωπιά;
            - Το όνομά μου πώς είναι στα αλβανικά;
            - Engjëll.
            - Ωραίο ακούγεται, είπα, ενώ ταυτόχρονα παρατήρησα ότι φορούσε μόνο μια μάλλινη ζακέτα. Μα πώς άντεξες μες στο κρύο μόνο με αυτή τη ζακέτα;
            - Στο σπίτι δεν έχουμε θέρμανση, οπότε είμαι μαθημένος στο κρύο.
            - Έλα, πάρε το παλτό μου να ζεσταθείς λίγο.
            - Όχι. Τι λες; Είσαι τρελός; Θα ξεπαγιάσεις.
            - Μην ανησυχείς! Φοράω πολλά ρούχα. Η μαμά μου δεν με αφήνει να βγω έτσι από το σπίτι.
            Του έδωσα το παλτό μου και το φόρεσε αμέσως. Έτρεμε ολόκληρος τόσην ώρα και δεν μιλούσε. Άκου εκεί μαθημένος στο κρύο! Δεν το χωρούσε ο νους μου το πώς άντεξε τόση ώρα μες στην παγωνιά. Κούρνιασε μέσα στο παλτό. Ζεστάθηκε το κοκαλάκι του. Τα πόδια του, όμως, συνέχισαν να τρέμουν. Λογικό, αφού ήταν γυμνά. Το παντελόνι του δεν ήταν αρκετά μακρύ. Μόλις που έφτανε λίγο πιο κάτω από το γόνατο.
            Στο μεταξύ η «σκυλοπαρέα» μας μυρίστηκε κι έρχεται καταπάνω μας γαβγίζοντας. Τους είχα μυριστεί κι εγώ από ώρα και περίμενα να δω τι θα γινόταν. Σηκωθήκαμε και οι δύο όρθιοι. Ο Γιώργος όρμησε στον Γιάννη και άρχισε να του τραβάει το παλτό με λύσσα. Έπεσα πάνω του, τον έσπρωξα και του φώναξα να τον αφήσει.
             - Ο παλιοαλβανός σου έκλεψε το παλτό!
            - Δεν μου το έκλεψε. Εγώ του το έδωσα.
            - Εσύ του το έδωσες; Τι έγινε, Άγγελε; Έγινες φίλος με τους μαχαιροβγάλτες; Μήπως είσαι κι εσύ ένας από δαύτους;
            - Να μη σε νοιάζει! Και να τον αφήσεις ήσυχο!
            - Αλλιώς τι θα μου κάνεις;
            - Μη φοβάσαι. Δεν θα σε χτυπήσω. Απλώς θα σου μάθω τι σημαίνει μάγκας, γιατί εγώ είμαι απ’ τον Περαία!
            Γελά η «σκυλοπαρέα» εκτός απ’ τον Γιώργο, που δεν φάνηκε να του αρέσει το... αστείο μου. Δεν ήταν αστείο, αλλά τα είπαμε. Μην τα ξαναλέμε. Γύρισε και τους κοίταξε αγριεμένα και μετά στράφηκε προς τον Γιάννη.
            - Τη γλίτωσες αυτή τη φορά. Την επόμενη, όμως, δεν θα μου ξεφύγεις τόσο εύκολα, τον απείλησε με το βλοσυρό του βλέμμα καρφωμένο πάνω του μέχρι που εξαφανίστηκε από το οπτικό μας πεδίο. Καθίσαμε κάτω ανακουφισμένοι μακαρίζοντας την τύχη μας, που δεν μας έσπασε στο ξύλο ο νταής. Τύχη; Όχι, δεν υπάρχει τύχη. Όλα γίνονται για κάποιον λόγο. Για ποιο λόγο, όμως, έγινε αυτό; Πού βρήκα τη δύναμη να μπω μπροστά και να βοηθήσω τον Γιάννη; Μήπως θα χρειαζόμουν κι εγώ τη βοήθειά του στο μέλλον;
            Ανάσαινε βαθιά και τα μάτια του πάλι είχαν κολλήσει στο πάτωμα. Ακολούθησα το βλέμμα του και μόνο τότε παρατήρησα πως μια στρατιά μυρμηγκιών παρήλαυνε μπροστά στα πόδια μας αρπάζοντας και μεταφέροντας τα ψίχουλα που μας είχαν πέσει από το ψωμοτύρι. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια.
            Στράφηκα πάλι σ’ αυτόν, για να τον παρατηρήσω λίγο καλύτερα. Καστανά μαλλιά, γαλάζια μάτια και το δέρμα του λίγο πιο σκούρο απ’ το δικό μου. Ενώ τα πόδια του και τα χέρια του είχαν ασπρίσει σαν το χιόνι, τα μάγουλά του διατηρούσαν ένα ροδαλό χρώμα. Στην εξωτερική εμφάνιση δεν είχαμε πολλές διαφορές. Ο χαρακτήρας και οι τρόποι του άρμοζαν σε ένα σοβαρό και ώριμο παιδί. Αν τον γνώριζε η μαμά, θα μου έκανε μονίμως παρατηρήσεις και θα μου αράδιαζε κι ένα: «Κοίτα τον Γιάννη τι καλό παιδί που είναι!». Ελληνίδα μάνα. Όλους τους ευχαριστεί, μα ποτέ δεν ευχαριστιέται η ίδια.
            Κατάλαβα από την έκφρασή του ότι κάτι ήθελε να πει, αλλά δίσταζε. Τον παρότρυνα να μου μιλήσει. Ό, τι κι αν ήθελε να με ρωτήσει, θα προσπαθούσα να του απαντήσω αν ήξερα την απάντηση. Εννοείται πως ένα παιδί μόλις δέκα ετών δεν μπορεί να ξέρει τα πάντα. Μπορεί, όμως, να απαντάει στις διάφορες ερωτήσεις που τρυπώνουν στο κεφαλάκι του με τη φαντασία και την καρδιά του και να δίνει την πιο αγνή απάντηση που πέρασε ποτέ από μυαλό ανθρώπου.
            - Γιατί με βοήθησες;
            - Γιατί να μη σε βοηθήσω; του γύρισα την ερώτηση.
            - Γιατί είσαι Έλληνας και οι Έλληνες δεν πολυσυμπαθείτε τους Αλβανούς.
            - Δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Όπως και οι Αλβανοί δεν είστε όλοι ίδιοι. Κάποιοι λένε πως οι Αλβανοί είναι μαχαιροβγάλτες. Εσύ ούτε μαχαίρι δεν ξέρεις να πιάνεις, του αντιμίλησα χαριτολογώντας. Γέλασε κι αυτός λίγο με το αστείο μου και ύστερα πάλι βυθίστηκε στις σκέψεις του.
            - Γιατί να μου φέρονται έτσι; Δεν τους έχω κάνει τίποτα. Μόνο και μόνο επειδή είμαι Αλβανός; Και τι σημαίνει αυτό; Δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε. Αδέρφια είμαστε όλοι απ’ την ίδια οικογένεια.
            Σε ό,τι κι αν έλεγε είχε δίκιο. Το μόνο που μας χώριζε ήταν ένα μόλις χιλιόμετρο και μέσα σε αυτό το χιλιόμετρο τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Με τον Άγγλο ή τον Γάλλο ή τον Γερμανό ο Έλληνας δεν έχει κανένα πρόβλημα. Και, για να το γενικεύσω λίγο, με τους λαούς της δυτικής Ευρώπης ο Έλληνας είναι κατά κανόνα φιλόξενος και φιλικός. Αυτοί οι δυτικοί ήταν όμως που μας πρόδωσαν κάμποσες φορές και που μας εμπόδισαν να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας. Κι εμείς πάντα υποδουλωμένοι. Σκλάβοι των δικών τους θελημάτων. «Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ κι αγαπημένε. Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε». Αν ζούσε ακόμα ο Σολωμός, τι θα έλεγε για την Ελλάδα και την κατάντια της; Ναι, τα μαύρα της τα χάλια έχει η Ελλάδα μας κι εμείς την καταντήσαμε έτσι. Τουλάχιστον, τη φέραμε σε αυτήν την κατάντια όντας ελεύθεροι.
            Συνέχισε να μιλάει και να εκφράζει το παράπονό του με θυμό. Μύρια «γιατί;» έσταξαν σαν δηλητήριο από τα χείλη του και έπεσαν πάνω στα μυρμήγκια, τα οποία μεμιάς σκορπίστηκαν από δω κι από κει, μέχρι να βρουν τη φωλιά τους και να κρυφτούν μέσα σε αυτήν.
            - Μην τους μισείς και μη θες να τους εκδικηθείς. Η εκδίκηση είναι αρρώστια χωρίς θεραπεία. «Το μίσος είναι η κακία των μικρών, η ύβρις το όπλο των χυδαίων και η προκατάληψη η αναπηρία του πνεύματος» έλεγε ο Μπαλζάκ.
            - Και ποιος είναι αυτός ο Μπαλζάκ;
            - Ένας σοφός άνθρωπος. Η μαμά μου διαβάζει διάφορα τέτοια σοφά λόγια και μου τα λέει κι εμένα, όταν μου χρειάζονται. Αυτό μου το είχε πει όταν ο Γιώργος χτυπούσε εμένα.
            - Σε χτυπούσε κι εσένα;
            - Ναι, μέχρι που ήρθες εσύ. Τελικά, δεν είσαι ο μόνος που υποφέρει από τον Γιώργο. Πολλά παιδιά έχουν γυρίσει σπίτι τους με μελανιές και γρατζουνιές και δεν είπαν τίποτα σε κανέναν, γιατί φοβόντουσαν. Δεν έχει να κάνει με την καταγωγή. Προκείμενου να το παίξουν μάγκες, τα βάζουν με κάποιον πιο αδύναμο από αυτούς, σαν εσένα ή σαν εμένα. Όταν, όμως, τους προκαλέσει κάποιος όμοιός τους, δειλιάζουν και κάνουν πίσω. Αλλά τέρμα. Ως εδώ. Τώρα που βρήκα το θάρρος να του αντιμιλήσω, θα το κάνω συνέχεια. Δεν θα τον αφήσω να ξαναπειράξει κανένα παιδί σε αυτό το προαύλιο.
            - Είσαι πολύ γενναίος! Θα σε βοηθήσω κι εγώ σ’ αυτό. Ούτε εσύ θα είσαι μόνος σου. Ποτέ ξανά!.
            - Θα με βοηθήσεις; Αλήθεια;
            - Εννοείται πως θα σε βοηθήσω. Tani jemi shokë.
            - Που σημαίνει;
            - Τώρα πια είμαστε φίλοι.
            Ήμουν πολύ χαρούμενος που απέκτησα έναν καινούργιο φίλο. Για την ακρίβεια, δεν είχα ποτέ μου κανέναν φίλο. Κανένας δεν ήθελε να παίζει μαζί μου, γιατί τους είχε φοβερίσει όλους η «σκυλοπαρέα».
            Όταν γύρισα σπίτι, περιέγραψα στη μαμά μου όλα όσα είχαν γίνει εκείνη την ημέρα. Συγκινήθηκε και με επιδοκίμασε για τις πράξεις μου. «Το αγοράκι μου έγινε άντρας», έλεγε και ξανάλεγε. Εκείνη μου είχε μάθει πως το να είσαι άντρας σημαίνει πιο πολλά απ’ όσα νομίζουν. Σημαίνει να σέβεσαι, να αγαπάς, να υπερασπίζεσαι. Σημαίνει να βοηθάς, να ξέρεις να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, να προστατεύεις αυτούς που αγαπάς. Σημαίνει να μεριμνάς για την οικογένειά σου, να κρατάς το σπίτι σου όρθιο με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Άντρας δεν είναι ο νταής. Άντρας είναι αυτός που θα υπερασπιστεί τον αδύναμο, θα βοηθήσει τον φτωχό, θα δώσει δίκιο στον αδικημένο και θα διεκδικήσει την αγαπημένη του. Ο ανδρισμός έχει φύλο, αλλά όχι εθνικότητα. Και ήταν λάθος αυτό που είπα στον Γιώργο, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος να τον αντικρούσω. Η μαμά σίγουρα θα ήξερε πολλές άλλες φράσεις, τις οποίες θα μπορούσα να του είχα απαντήσει και θα μου τις επαναλάμβανε κάθε μέρα μέχρι να τις μάθω.
            Η μαμά ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Όταν έφερα σπίτι μας τον Besim -έτσι τον φώναζα πλέον, τον χαρακτήριζε περισσότερο από το Γιάννης-, τον αγκάλιασε σαν γιο της. Με προέτρεψε να του χαρίσω το δεύτερο παντελόνι μου και το παλιό μου παλτό. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη. Στο σχολείο η μαμά μου έλεγε σε όλες τις μαμάδες πως ήταν το καλύτερο παιδί και τους μιλούσε με θαυμασμό για τους τρόπους του και την ωριμότητά του. Στο τέλος, έπεισε ακόμα και τη δασκάλα.
            Τον βοήθησα στα μαθήματα και οι βαθμοί του ανέβηκαν. Κατάφερε να γίνει ο καλύτερος μαθητής της τάξης και αργότερα του σχολείου, αλλά δεν του επέτρεψε ο διευθυντής να σηκώσει τη σημαία, παρά τις κινητοποιήσεις της μαμάς μου και τις καθημερινές διαμαρτυρίες της στο γραφείο των δασκάλων.
            Του σταθήκαμε πολύ και οι δύο. Μας ένιωθε σαν δεύτερη οικογένειά του, αλλά κι εμείς δυσκολευόμασταν να τον αποχωριστούμε όταν ερχόταν η ώρα να γυρίσει στο σπίτι με τη μητέρα του. Οι μαμάδες μας είχαν γίνει πολύ καλές φίλες και οι επισκέψεις τους στο σπίτι μας, καθώς και οι δικές μας στο δικό τους, είχαν γίνει καθημερινή συνήθεια.
            Και ήρθε μια χρονιά να μας χωρίσει. Ο πατέρας του βρήκε δουλειά στη Γερμανία και θα πήγαιναν εκεί οικογενειακώς. Η ώρα του αποχαιρετισμού ήταν από τις πιο δύσκολες της ζωής μου. Μια ώρα γεμάτη υποσχέσεις για ξανασμίξιμο, έντονη συγκίνηση και πικρά δάκρυα.
            - Do me marr malli per ty, shok, μου ψιθύρισε λίγο πριν φύγει.
            - Αυτό πάλι τι σημαίνει;
            - Θα μου λείψεις, φίλε.
            - Κι εμένα θα μου λείψεις. Να γυρίσεις. Μη με ξεχάσεις.
            - Δεν θα σε ξεχάσω. Se jemi shokë.
            Κράτησα τις τελευταίες του λέξεις σαν φυλαχτό μέσα στην καρδιά μου και συνέχισα βαδίζοντας με τη σκιά ενός πολύ καλού φίλου, που ξεπρόβαλλε μέσα από το βιβλίο των αναμνήσεών μου ως το σημαντικότερο κεφάλαιο της ζωής μου.
            Πέρασα στο Πανεπιστήμιο πρώτος. Έζησα έντονη φοιτητική ζωή πλούσια σε ξενύχτια κι έρωτες. Στην πορεία μου, μέχρι την αποφοίτησή μου, είχα κάνει πολλούς φίλους. Κανένας από αυτούς δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Besim. Έμαθα χωρίς αυτόν και κάποια στιγμή προσπάθησα να τον ξεχάσω. Πλέον η σκιά του είχε σταματήσει να με ακολουθεί και από αυτόν είχε μόνο η ανάμνηση από μια δυνατή φιλία των αθώων παιδικών μου χρόνων.
            Είκοσι χρόνια αφότου αποχαιρέτησα τον καλύτερό μου φίλο, αποχαιρέτησα και τη μαμά μου. Άφησε την τελευταία της πνοή ήσυχη στο κρεβάτι της. «Ο καλύτερος θάνατος», είπαν κάποιοι συγγενείς. Μόνο που ήρθε λίγο νωρίς. Έτσι απλά. Πήγε να κοιμηθεί και δεν ξαναξύπνησε. Αυτό έλεγαν ωραίο θάνατο οι πρόγονοί μας. Το θεωρούσαν ευλογία από τους θεούς. Στη σημερινή εποχή, ίσως να είναι όντως ευλογία μέσα στις τόσες φριχτές αρρώστιες που κυκλοφορούν και στους ξαφνικούς και επώδυνους θανάτους από αμέλεια και απροσεξία κάποιων ασυνείδητων.
            Η θλίψη μού τύφλωνε τον νου και δεν με άφηνε να δω καθαρά. Είχα χάσει κάθε ελπίδα και είχαν μαυρίσει τα πάντα γύρω μου. Δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να θάψω τη μητέρα μου αξιοπρεπώς και αυτό με χαντάκωνε ακόμα περισσότερο μέσα στην απελπισία μου. Στον πυθμένα της καρδιάς μου βούρκος και στην επιφάνεια των ματιών μου λίμνη δακρύων. Μέσα από αυτήν τη λίμνη είδα μια φιγούρα να με πλησιάζει και να κάθεται δίπλα μου.
            - Συλλυπητήρια, shok.
            Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Στην πιο δύσκολη στιγμή μου ήρθε και κάθισε δίπλα μου, για να μου δώσει αυτό που ζητούσα περισσότερο. Δεν ήταν η υλική στήριξη που αγαλλίασε την ψυχή μου, αλλά η επιστροφή του και η συντροφιά του. Τότε εγώ του είχα δώσει λίγο ψωμοτύρι και τώρα αυτός μου έδινε τα χρήματα που χρειαζόμουν «για τη μητέρα μας», όπως είπε. Τώρα καταλαβαίνω πώς ένιωσε εκείνος τότε που τον πλησίασα πρώτη φορά, εκείνον τον χειμώνα που άνθισε η φιλία μας στο προαύλιο του σχολείου, κάτω από ένα δέντρο.
            - Ώστε γύρισες;
            - Αφού σου είχα υποσχεθεί να γυρίσω. Se jemi shokë.

                                                                                                                      Ελπίδα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου