Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Διάβαζα ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία του Άντονι Τσέχωφ, όταν  ο εκκωφαντικός ήχος του κουδουνιού ακούστηκε. Η μητέρα πήγε να ανοίξει μονολογώντας παραπονετικά ότι περιμένω τα πάντα από εκείνη. Κατέβηκα κάτω για να δω ποιος ήταν.
           Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν άλλο ένα από τα κόλπα που συχνά μου κάνουν τα μάτια μου. Μια αρκετά αληθοφανής ψευδαίσθηση που τύφλωνε τη λογική μου. Χρειάστηκαν αρκετά λεπτά για να καταλάβω ότι αυτό που στην αρχή είχα εκλάβει ως οφθαλμαπάτη, στεκόταν στην πραγματικότητα μπροστά μου. Είχα περίπου δέκα χρόνια να δω το πρόσωπό του , αλλά θυμόμουν κάθε του σπιθαμή. τα καστανά μάτια του που τόσο έντονα μου θύμιζαν το χρώμα του κορμού της βελανιδιάς, το όλο προσδοκία βλέμμα του …  Ο χρόνος του είχε φερθεί με επιείκεια . Βέβαια , τα κάποτε ολόμαυρα μαλλιά του είχαν τώρα πασπαλιστεί με κάποιες άσπρες πινελιές και μερικές ρυτίδες ξεπρόβαλαν στο μέτωπο του , αλλά κατά τα άλλα ήταν ολόιδιος .Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω . Η τόσο πονεμένη καρδιά μου με συμβούλευε να χωθώ σε αυτήν την αγκαλιά που τόσο είχα επιθυμήσει .Το μυαλό μου, ωστόσο, με πρότρεπε να ακολουθήσω μια τελείως διαφορετική συμπεριφορά.
          Η μητέρα μου δεν έκανε καμία κίνηση . Η έκφραση του προσώπου της , όμως , πρόδιδε τον χείμαρρο αντιφατικών συναισθημάτων που είχε πλημμυρίσει και εκείνη . Αυτός έμεινε ασάλευτος έξω από την πόρτα μας. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Εγώ έσφιξα με δύναμη τις παλάμες μου, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να αρθρώσω και την παραμικρή λέξη .
-       Ώστε μετά από τόσα χρόνια έχεις το θράσος να εμφανίζεσαι μπροστά μας ; ψέλλισα.
-       Αλίκη , άκου …
-       Τουλάχιστον θυμάσαι το όνομα μου, τον διέκοψα. Πραγματικά περιμένεις μετά από τόσο καιρό να σου ανοίξουμε με ευκολία την πόρτα του σπιτιού μας ; Δε νοιάστηκες καθόλου για καμία από εμάς. Μας άφησες μόνες μας . Μας εγκατέλειψες…. Ξέρεις πόσο έντονα θυμάμαι εκείνη την ημέρα… μπαμπά ; Ήταν 21 Δεκεμβρίου έτσι ; Έβρεχε τόσο πολύ που νόμιζα ότι ο ουρανός είχε ανοίξει και τα δάκρυα των λυπημένων  αγγέλων έπεφταν στη γη. Μου είχες υποσχεθεί ότι θα ερχόσουν στο κρεβάτι μου να μου διαβάσεις ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια για να με πάρει ο ύπνος. Περίμενα με τόση ανυπομονησία . Δεν είχα καταλάβει ότι το μεγαλύτερο παραμύθι μου το είχες πει ήδη. Ποτέ δεν ήρθες . Γιατί δεν ήρθες μπαμπά ; Γιατί ;

Τα δάκρυα είχαν κατακλύσει το πρόσωπό μου. Δεν άντεχα άλλο …Δεν ήθελα να τον κοιτάξω στα μάτια. Ήμουν ήδη αρκετά ευάλωτη, το βλέμμα του θα με αποτέλειωνε. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στο δωμάτιό μου, κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Βρήκα καταφύγιο κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού μου. Ήθελα να απομακρυνθώ από τον υπόλοιπο κόσμο . Είχα ανάγκη να απομονωθώ . ..
 Εγώ  ήμουν μόνο επτά  χρονών,  όταν ο πατέρας μου  εγκατέλειψε εμένα και την μητέρα. Τότε, αρνιόμουν να πιστέψω ότι μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Προσπαθούσα με όλη τη δύναμη της καρδιάς και του μυαλού μου να τον δικαιολογήσω. Πραγματικά προσπαθούσα. Δεν μπορούσα , δεν ήθελα  να παραδεχθώ στον εαυτό μου ότι ο γλυκός αυτός άνθρωπος που με νανούριζε κάθε βράδυ με τον γλυκό ήχο της φωνής του μπορούσε να μας εγκαταλείψει έτσι. Πέρασα ώρες ολόκληρες στο παράθυρο του δωματίου μου ελπίζοντας να ξαναδώ τη μορφή του , να ξανακούσω τη φωνή του. Σιγά  σιγά όμως οι ώρες γίνονταν μέρες και οι μέρες εβδομάδες .Πάλευα με νύχια και με δόντια να κρατήσω έστω και την παραμικρή φλόγα ελπίδας μέσα μου . Δυστυχώς όμως αυτή η μεγάλη και επίπονη αναμονή μου έσβηνε ολοένα και περισσότερο την τεράστια φωτιά που προϋπήρχε  στην καρδιά μου.
            Ενώ όμως θύμωνα με τον εαυτό μου για αυτές τις ώρες που σπατάλησα άδικα , οι ψιθυριστές κουβέντες που είχα καταλάβει πως αντάλλαζαν οι γονείς μου στον κάτω όροφο , έτρωγαν σιγά σιγά το μυαλό μου. Το ξέρω , μπορεί να φανεί εξαιρετικά περίεργο, αλλά ένοιωθα φρικτά προδομένη από τη μητέρα μου . Δε μου ήταν δυνατό να καταλάβω αυτήν την τόσο αλλόκοτη , κατά εμένα, συμπεριφορά της. Τόσα χρόνια, προσπαθούσα μάταια να κουρνιάσω στην αγκαλιά και την προστασία της, προσπαθούσα να μαζέψω έστω και τα παραμικρά ψίχουλα αγάπης που της είχαν απομείνει , δεν ήταν δύσκολο όμως  να καταλάβω ότι το τείχος που είχε κτίσει γύρω από την πονεμένη της ψυχή ήταν απόρθητο . Έτσι , σεβάστηκα αυτή της την επιλογή να αποστασιοποιηθεί από τον κόσμο.  Και τώρα τι; Πως μπορούσε να συζητάει με ευκολία και πραότητα μαζί του, σαν να ήταν ένα ευτυχισμένο ανδρόγυνο στη μέση μιας οικογενειακής συζήτησης...Πραγματικά δεν μπορούσα να καταλάβω την όλη στάση της απέναντί του.
Όταν άκουσα την πόρτα να κλείνει, αποχώρησα δειλά από το κρησφύγετό μου. Κατέβηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα τις σκάλες . Ένα πολύ παράξενο συναίσθημα κυριαρχούσε στη φουρτούνα της ψυχής μου και εγώ βούλιαζα σε αυτήν μου την ανάγκη να αποδράσω . Απλά ένοιωθα τόσο ….ξένη σε όλο αυτό το περιβάλλον γύρω μου. Θεέ μου , πόσο θα ήθελα όλο αυτό να ήταν απλώς ένας εφιάλτης. Δυστυχώς όμως δεν ήταν τίποτα λιγότερο από μια ζοφερή πραγματικότητα. Τη δικιά μου ζοφερή πραγματικότητα που με κατασπάραζε όλο και περισσότερο.
Αντίκρισα τη μητέρα στο σαλόνι να αλλάζει τα κανάλια στην τηλεόραση προσπαθώντας να βρει, φανερά αναστατωμένη, κάποια από εκείνες τις πρωινές εκπομπές, ψάχνοντας μια διέξοδο διαφυγής από τη δικιά της πραγματικότητα. Κάθισα δίπλα της . Είχα σκοπό να της ζητήσω μια εξήγηση για τη συμπεριφορά που τόσο πολύ με είχε ενοχλήσει. Την κοίταξα με ένα όλο θυμό βλέμμα. Αυτή, αγνοώντας το τελείως , έκλεισε απότομα την τηλεόραση.
-Πρέπει να τον ακούσεις Αλίκη … Να δεις τι έχει να πει … Είναι πατέρας σου , εξάλλου.
- Λίγο αργά το θυμήθηκε αυτό μαμά . Πραγματικά απορώ όμως με τη δικιά σου συμπεριφορά προς το πρόσωπό του. Μας εγκατέλειψε! Δε νοιάστηκε καθόλου για εμάς. Πώς μπορείς να διαγράφεις έτσι απλά τον πόνο που ένοιωσες για χάρη του;
-Και να τον έδιωχνα δε θα κέρδιζα κάτι, μου απάντησε. Κοίτα , ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο για εσένα να τον δεχθείς πάλι στην καρδιά σου , αλλά πρέπει να καταλάβεις κάποια λόγια που μου έλεγαν και εμένα όταν ήμουν περίπου στην ηλικία σου «όταν το παρελθόν γίνεται η πιο δυνατή νοσταλγία και το παρόν σωπαίνει , το μέλλον καταδικάζεται στην πιο βαριά ποινή. Να θυμάται για πάντα…» Πραγματικά δε θέλεις να μιλήσεις μαζί του μετά από τόσο καιρό; Μην αρνηθείς αυτή την ευκαιρία Αλικάκι  μου … Μπορεί αργότερα να το μετανιώσεις .
- Μαμά δεν νομίζω ότι …
-  Όσο και να θέλεις, δεν μπορείς να ξεγελάσεις τόσο εμένα , όσο και τον ίδιο σου τον εαυτό Αλίκη.Το βλέπω στα μάτια σου ότι δεν έχεις απαλλαχτεί ακόμα τελείως από τις χαρούμενες αναμνήσεις που σε συνδέουν  με το πρόσωπό του.  Οι περισσότερες μοιάζουν με ασπρόμαυρα στιγμιότυπα μιας περασμένης ζωής, έτσι; Μιας ζωής που ήσουν  πραγματικά ευτυχισμένη . Μιας ζωής που σε  έχει φυλακίσει και δεν μπορείς  να ελευθερωθείς από τα δεσμά της. Αλίκη, αυτή είναι η μόνη σου ευκαιρία να σπάσεις αυτά τα δεσμά.
- Ώστε ξαφνικά έγινες ψυχολόγος ; τη διέκοψα.
   Αγνόησε το σχόλιό μου και συνέχισε.
  -Σε περιμένει αύριο το πρωί στην πλατεία του Αγίου Δημητρίου … Δεν θα σε υποχρεώσω να πας … Ούτε εγώ , ούτε αυτός . Η απόφαση είναι όλη δική σου .
Κοίταξα τη μητέρα μου και κατευθύνθηκα στο οχυρό μου σκεφτόμενη την απόφαση που έπρεπε να πάρω. Δεν φοβόμουν την επιλογή που έπρεπε να κάνω, φοβόμουν τις συνέπειες που θα την ακολουθούσαν και στο τέλος κατάλαβα ότι η καλύτερη λύση ήταν να δεχθώ την πρόκληση και να τον συναντήσω.
                ****************************************************
Βρέθηκα να περπατάω στην πλατεία του Αγίου Δημητρίου, μια αρκετά μεγάλη δεντροφυτεμένη έκταση, σημείο αναφοράς για την πόλη μας. Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στεκόταν επιβλητικό στο κέντρο της, παρακολουθώντας ήσυχα τους διάφορους ανθρώπους που το περιτριγύριζαν .
Περιεργάστηκα τον τόπο γύρω μου ψάχνοντας να διακρίνω μέσα στην λαοθάλασσα τη φιγούρα του πατέρα. Όσο και αν δεν ήθελα να το παραδεχθώ στον εαυτό μου,  είχα πραγματικά πολύ άγχος για αυτή μας τη συνάντηση. Προσπαθούσα να σκεφτώ πως θα έπρεπε να συμπεριφερθώ μπροστά του . Δεν ήξερα αν έπρεπε να είμαι χαμογελαστή ή αδιάφορη ή απλά θυμωμένη .  Ίσως έπρεπε να είμαι και τα τρία μαζί σε ένα κοκτέιλ συναισθημάτων .Ή να μην του μιλήσω καθόλου.
‘’Μπορείς να το κάνεις Αλίκη , μπορείς να το κάνεις…’’ μονολόγησα.
Ξαφνικά, ένοιωσα ένα ζεστό χέρι να κρατάει τον αριστερό μου ώμο . Γύρισα και αντίκρισα το πρόσωπο του πατέρα μου να με κοιτάει και να μου χαμογελάει .
-       Πραγματικά χαίρομαι που τελικά αποφάσισες να έρθεις .. Κρίνοντας από τη συμπεριφορά σου εχθές, περίμενα να μην εμφανιστείς , είπε.
-       Κρίνοντας από τη συμπεριφορά σου πριν δέκα χρόνια , περίμενα να μην έχεις το θράσος να ξαναεμφανιστείς στην ζωή μου.
-       Κοίτα, το να σας εγκαταλείψω ήταν η πιο λανθασμένη ενέργεια που έχω κάνει  μέχρι τώρα… Είχα τον πολυτιμότερο θησαυρό στα χέρια μου και τον άφησα να φύγει. Κοίτα , το μόνο που ζητάω τώρα είναι λίγες ποιοτικές στιγμές μαζί σου … Να αναπληρώσουμε έστω λίγο από τον χρόνο που σπατάλησα όλα αυτά τα χρόνια μακριά σου.
-       Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι εγώ θα δεχτώ να περάσω λίγο χρόνο μαζί σου; του απάντησα όσο πιο ψυχρά μπορούσα.
         Κάρφωσε τα μάτια του στον ουρανό και άρχισε να παρατηρεί προσεκτικά τα διάφορα σύννεφα που κατέκλυζαν τον ουράνιο θόλο από πάνω μας .
-       Θυμάσαι ότι, όταν ήσουν μικρή , κάθε Κυριακή ερχόμασταν σε αυτήν εδώ την πλατεία και προσπαθούσαμε να διακρίνουμε τις μορφές που έπαιρναν τα σύννεφα; Πρέπει να παραδεχθώ ότι είχες πολύ φαντασία τότε..

        Ένα επιφυλακτικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου . Εκείνη την ώρα ο καμβάς της ψυχής μου είχε πασπαλιστεί με διάφορες μπογιές , τελείως διαφορετικές μεταξύ τους και εγώ πάσχιζα να ανακαλύψω τη ζωγραφιά που δημιουργούσε αυτή η πανδαισία χρωμάτων.

Χωρίς να αρθρώσει άλλη λέξη, κάθισε στο παγκάκι που βρισκόταν δίπλα μας και μου έδωσε ένα μαύρο κουτί με το όνομά μου σκαλισμένο πάνω του. Πήγα να το ανοίξω , αλλά με σταμάτησε.
-       Η κατάλληλη στιγμή για να το ανοίξεις δεν έχει φτάσει ακόμα, μου αποκρίθηκε.
-       Και πότε θα είναι η κατάλληλη στιγμή για να το ανοίξω;
-       Αυτό θα το καταλάβεις μόνη σου. Πέρασε η ώρα , η μητέρα σου θα ανησυχεί , καλύτερα να πας σπίτι Αλίκη.
-       Εντάξει, αλλά, μπαμπά ..Τι θα έλεγες να συναντηθούμε αύριο μετά το σχολείο;
-       Θα το ήθελα πολύ αυτό Αλικάκι  μου.. Θα το ήθελα πολύ….
Του χαμογέλασα και πήρα τον δρόμο της επιστροφής , χωρίς να προσέξω
το δάκρυ που απελευθερώθηκε από τα μάτια του.
                ***************************************************
Χτύπησε το τηλέφωνο , πράγμα περίεργο. Κοίταξα το ρολόι που δέσποζε πάνω στο κομοδίνο μου. Πέντε το πρωί. Άκουσα την μητέρα μου να ψιθυρίζει στον συνομιλητή της. Συζητούσαν για αρκετά λεπτά και μετά, σιγή. Κατέβηκα τις σκάλες και αντίκρισα τη φιγούρα της μητέρας μου. Το βουβό κλάμα της αντήχησε σαν ένα κάλεσμα για βοήθεια στα αυτιά μου. Μόλις με είδε, σκούπισε σαστισμένη τα μάγουλά της και έκανε μια μάταιη προσπάθεια να χαμογελάσει. Με πήρε αγκαλιά και άρχισε να μου μιλάει .
Ανέβηκα κατευθείαν πάνω στο δωμάτιό μου. Ήξερα μερικά παιδιά που είχαν χάσει αγαπητούς συγγενής λόγω της αρρώστιας , αλλά ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο μπαμπάς μου θα …απεβίωνε… εξαιτίας του καρκίνου. «Το κάπνισμα σκοτώνει» μου είχαν πει. «Ο καρκίνος του πνεύμονα χτυπάει την πόρτα πολλών ανθρώπων στις μέρες μας »είχα διαβάσει και όμως , δεν μπορούσα να το πιστέψω . Ήταν υπερβολικά …υπερβολικό .Αν και, εκείνη την ώρα, ήθελα να βυθιστώ σε μια αιώνια λήθη, άνοιξα το μαύρο κουτί  που μου είχε δώσει. Αποζητούσα ένα κομμάτι του, μια απόδειξη της ύπαρξής του. Τον χρειαζόμουν περισσότερο από ποτέ. Ξεπρόβαλαν διάφορες φωτογραφίες από τις λίγες , αλλά ουσιαστικές στιγμές που είχαμε περάσει μαζί κατά τη διάρκεια της παιδικής, αθώας μου ηλικίας . Ξάφνου, διέκρινα ένα τετραγωνισμένο λευκό χαρτί . Έγραφε το όνομά  μου απέξω .Το άνοιξα και το διάβασα.  Πήγαινε κάπως έτσι :
Γλυκιά μου κορούλα ,
Το γεγονός ότι  διαβάζεις αυτό το γράμμα  σημαίνει ότι εγκατέλειψα εσένα και τη μητέρα σου ξανά , δυστυχώς όμως, τώρα δεν υπάρχει πιθανότητα επιστροφής . Θέλω να ξέρεις ότι πάλευα με όλες μου τις δυνάμεις να αντισταθώ, αλλά κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο . Είναι η φυσική πορεία των πραγμάτων , το μονοπάτι που έχει καθοριστεί ότι θα πάρουμε . Μη στενοχωριέσαι. Σε παρακαλώ μη . Από όταν ήσουν μικρή , σου έλεγα ότι υπάρχει ένας φύλακας άγγελος για τον καθένα μας που μας βλέπει , μας συμβουλεύει και μας συμπαραστέκεται στις δύσκολες στιγμές που περνάμε . Επειδή δεν τον βλέπουμε , δε σημαίνει ότι δεν είναι δίπλα μας σε κάθε στιγμή της καθημερινότητά μας . Εγώ έφυγα για να κάνω συντροφιά σε αυτόν τον μοναχικό άγγελο. Με τη βοήθειά μου , θα ανοίξει τα γεμάτα φως φτερά του έτσι ώστε να τυλίξουν την πονεμένη καρδούλα σου . Εσύ πρέπει να προχωρήσεις ,να ζήσεις την ζωή σου όπως σου αξίζει .. Θέλω να ξέρεις ότι οι στιγμές που πέρασα μαζί σου ήταν ο καλύτερος τρόπος να κλείσω τον κύκλο της ζωής μου . Σου υπόσχομαι ότι όλα θα αλλάξουν προς το καλύτερο και αυτή την φορά θα κρατήσω τον λόγο μου .Μην ξεχνάς ότι ήρθαμε στη ζωή σαν ηθοποιοί που καλούνται να παίξουν τον σημαντικότερο ρόλο τους χωρίς πρόβα . Ευτυχώς φεύγω σίγουρος ότι είσαι πολύ καλή στον αυτοσχεδιασμό.
                                                                                                     Θα σε αγαπώ για πάντα,
                                                                                    Ο μπαμπάς

Ακούμπησα προσεκτικά την επιστολή του πατέρα μου πάνω στο γραφείο και άφησα τον χώρο του δωματίου μου. Πριν βγω από την πόρτα , η ματιά μου έπεσε πάνω στο ημερολόγιο που κρεμόταν στον τοίχο μου. Ήταν 21 Δεκεμβρίου.
.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου