Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Αυτοεξορ(κ)ισμός

                                                

   Έμενα εκεί καθηλωμένος και ηττημένος από τον ίδιο μου τον εαυτό, σε έναν
πόλεμο που για χρόνια με αποδυνάμωνε και που πλέον είχε τελειώσει. Κάθε μου
μάχη και μια οδυνηρή ανάμνηση. Κάθε οδυνηρή ανάμνηση και μια πληγή. Κάθε
πληγή και ένα δαιμόνιο που ρίζωνε βαθιά μέσα μου και φυλάκιζε τη ψυχή μου στα
δεσμά ενός άλλου κόσμου. Αν μπορούσα να διακρίνω ακόμα κάτι μέσα στο ψυχρό
και σκοτεινό μου δωμάτιο, ήταν ένα γαλανό χρώμα, το οποίο στροβιλιζόταν με
αποχρώσεις του πράσινου σε ένα συνεχή χορό. Η μνήμη μου δε μου επιτρέπει να
θυμηθώ που είδα τελευταία φορά αυτό το χρώμα που η ψυχή μου το αγκάλιαζε σαν
κάτι γνώριμο και οικείο. Έμοιαζε με το χρώμα της θάλασσας, όταν ο ουρανός άπλωνε
στα γαλήνια νερά της το μεγαλοπρεπές του πέπλο κάθε αυγή. Μιας θάλασσας που δεν
εμφάνιζε καμία ομοιότητα με τη δική μου. Η«δική μου θάλασσα είχε χάσει για χρόνια
την ηρεμία της. Τα πελώρια κύματά της δάμαζαν το ταλαιπωρημένο μου κορμί και το
βύθιζαν στο απόλυτο κενό. Τα δαιμόνιά μου περιστρέφονταν γύρω μου. Κάθε φορά
που προσπαθούσα να ανέβω ξανά στην επιφάνεια με τραβούσαν πίσω. Κάθε φορά που με γυρνούσαν πίσω, το σκοτάδι πύκνωνε και εγώ γινόμουν ένα με τη δυστυχία μου. Κι ενώ λοιπόν έβλεπα το σώμα μου να κείτεται στο άδειο δωμάτιο, άκουσα ένα
γέλιο να βγαίνει από μέσα μου και να περιστρέφεται γύρω μου σαν θύελλα που αντί
να με αποδυναμώνει μου έδινε ζωή. Τότε, το γέλιο έγινε μελωδία και πλέον
κατάλαβα. Είχε έρθει η στιγμή που έπρεπε να διώξω τα δαιμόνια μου.

   Άρχιζα να φωνάζω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Τα ικέτευα να
εγκαταλείψουν το σώμα μου. Το σώμα αυτό που για χρόνια πολλά βασάνιζαν. Εκείνα
φυσικά αρνήθηκαν να με εγκαταλείψουν....
  -Εμείς, τα δαιμόνια σου, εμείς σου δίνουμε ταυτόχρονα και τη γεύση της
ευτυχίας σου.
  -Πώς είναι δυνατό να ταυτίζετε κάθε μου πληγή, κάθε δυσβάσταχτο πόνο, κάθε
οδυνηρή ανάμνηση με τη δική μου ευτυχία;
  -Σκέψου...πόσο πραγματικά ευτυχισμένος θα ήσουν αν δεν υπήρχαν τα δαιμόνια
σου;
  -Η ευτυχία δεν αποκτάται μέσα από τον πόνο.
  -Κι όμως.. Αν δεν πονέσεις δε θα σου δοθεί ή ευκαιρία να αντιληφθείς την
πραγματική σημασία της ευτυχίας αλλά και να γνωρίσεις κάθε πρόσωπο της.
  -Πόσες φορές δε μου επιτρέψατε να αποκομίσω αλλά και να προσκομίσω την
αγάπη που τόσο πολύ είχα ανάγκη; Πόσες απολαύσεις στερήθηκα από τη στιγμή που
κυριεύσατε τη βασανισμένη μου ψυχή; Πόσες φορές μετατρέψατε τον επίγειο
παράδεισο μου σε αιματηρό πεδίο μάχης;
  -Κάθε δαιμόνιό σου αποτελεί και μια οδυνηρή σου εμπειρία. Οι πληγές σου είναι
εδώ, για να σου υπενθυμίζουν τις άσχημες στιγμές που έζησες. Είναι αυτές που σε
στιγμάτισαν, σε διαμόρφωσαν, σε έκαναν μοναδικό. Σε έκαναν αυτό που είσαι
σήμερα. Ποτέ τους δε θα σε εμπόδιζαν να αγαπήσεις, να γευτείς κάθε απόλαυση της
ζωής, να δοκιμάσεις κάθε της νότα και να δημιουργήσεις το δικό σου τραγούδι,
εφόσον εσύ ο ίδιος δε τους το επέτρεπες. Ήταν η δική σου αδυναμία εκείνη που δε
σου επέτρεπε να ανέβεις ξανά στην επιφάνεια ή ακόμα και η επιθυμία, η προσωπική
ευχαρίστηση του να ζεις ευτυχισμένος μέσα στη δυστυχία σου.
   Καυτά δάκρυα άρχιζαν να διασχίζουν κάθε εκατοστό του προσώπου μου και
αφού χάραζαν τη δική τους πορεία έπεφταν και αυτά στο κενό και χάνονταν.
Βρισκόμουν μετέωρος μεταξύ της πραγματικότητας και ενός ανεκδιήγη
του ονείρου ή  ακόμα καλύτερα μιας περίεργης δοκιμασίας. Ήμουν πεπεισμένος ότι πλέον είχε έρθει η ώρα να με εγκαταλείψουν και ήμουν αποφασισμένος να επιστρατεύσω κάθε μέσο προκειμένου να το πραγματοποιήσουν. Όμως τώρα το "παιχνίδι" αντιστρέφεται και αλλάζει πρόσωπο. Ερωτηματικά τριβελίζουν τη σκέψη μου. Τι είναι τελικά η ευτυχία και η δυστυχία; Κι αν όντως αυτές οι δύο έννοιες τελικά είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν;! Αν και τόσο αντίθετες, είναι δυνατό να σταθεί η μια χωρίς την παρουσία της άλλης; Κι αν είναι δυνατό, τη βιώνεις με όλες σου τις αισθήσεις ή στέκεσαι στην επιφάνεια της; Αλλά όχι! Δεν έπρεπε εγώ να κάνω τέτοιες σκέψεις! Η στιγμή ρις λύτρωσής μου είχε επιτέλους φτάσει! Δεν έπρεπε να αφήσω μια τέτοια ευκαιρία έτσι απλά να χαθεί.
  -Δε μου είχε απομείνει άλλη επιλογή! ψέλλισα τελικά. Είχα αγγίξει το απόλυτο κενό. Έπρεπε να συμβιβαστώ με τον πόνο.
  -Γιατί να συμβιβαστείς με τον πόνο τη στιγμή που μπορείς να τον εκμεταλλευτείς προς όφελός σου;
  -Πώς είναι δυνατόν ο χειρότερος εχθρός μου να μετατραπεί σε σύμμαχό μου;
  -Ο πόνος, τα δαιμόνιά, σου είναι εκείνα που σε κάνουν πιο δυνατό. Σε προικίζουν με το χάρισμα της αντοχής και της καρτερικότητας. Σε στιγμές έντονου πόνου καταλαβαίνεις ότι ζεις. Κι όταν τελικά σε φτάσει στο τέρμα, τότε είναι η ώρα της κρίσης. Είναι η ώρα που πρέπει να αποδείξεις την τόλμη του χαρακτήρα σου. Αν είσαι πραγματικά θαρραλέος και δυνατός θα βρεις τον τρόπο, θα ανέβεις ξανά στην επιφάνεια, θα βιώσεις για δεύτερη φορά το θαύμα της ζωής, αφού θα έχεις ξαναγεννηθεί. Αν όμως η τόλμη σου περιορίζεται αποκλειστικά στα λόγια τότε θα παραμείνεις στο σκοτάδι, στη μοναξιά σου, κατηγορώντας τα δαιμόνιά σου και απαλλάσσοντας τον εαυτό σου από κάθε ευθύνη. Αν πραγματικά το θες εμείς θα φύγουμε. Να θυμάσαι όμως όσα σου είπαμε και ελπίζουμε πότε σου να μη μετανιώσεις για ετούτη την πράξη.
   Τότε, ένα ένα με τη σειρά του άρχιζε να ελευθερώνει την πονεμένη μου ψυχή και σαν σκιά να χάνεται στο άπειρο. Καθ' όλη τη διάρκεια της απελευθέρωσης μου κρατούσα τα μάτια μου ερμητικά κλειστά. Όταν τελικά τα άνοιξα κοίταξα έκπληκτος γύρω μου. Ακτίνες .φωτός με αγκάλιαζαν τρυφερά και ένα κλίμα ευφορίας κυριαρχούσε στο δωμάτιο. Δίχως να περιμένω λεπτό, σηκώθηκα και έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάζω το είδωλο μου στον καθρέφτη. Οι πληγές άρχισαν μία μία να επουλώνονται. Ένα μειδίαμα εμφανίστηκε στο πρόσωπο μου, το οποίο όσο περνούσε η ώρα μετατράπηκε σε ένα πλατύ χαμόγελο και έπειτα σε γέλιο. Αρχισα να γελώ με όλη μου τη δύναμη σε ένα κύμα ευτυχίας, ενθουσιασμού και αισιοδοξίας. Ένιωσα ξανά μικρό παιδί που το πολυπόθητο όνειρο του είχε πλέον υλοποιηθεί! Άρχισα να στροβιλίζομαι στο δωμάτιο και να χορεύω στο ρυθμό των χτύπων της καρδιάς μου, που για ώρα παλλόταν ταχύτατα και ασταμάτητα. Δάκρυα χαράς γέμισαν τα μάτια μου και ταξίδεψαν στο πρόσωπό μου απαλείφοντας στο πέρασμά τους κάθε ίχνος πόνου. Όμως όταν αντίκρισα για δεύτερη φορά το είδωλο μου εκείνο που μου είχε προσελκύσει την προσοχή ήταν το γκρίζο χρώμα που είχαν αποκτήσει τα μάτια μου. Το χρώμα του συννεφιασμένου ουρανού λίγα λεπτά πριν επιτρέψει στη μοναδική του περιουσία, τις σταγόνες της βροχής, να αρχίσουν το μακρύ τους ταξίδι. Τότε, ξαφνικά θυμήθηκα. Το γαλαζοπράσινο χρώμα που η ψυχή μου το αγκάλιαζε σαν κάτι γνώριμο και οικείο, ήταν το χρώμα των ματιών μου. Ήταν ό,τι ομορφότερο, ό,τι πολυτιμότερο είχα. Η μοναδική μου περιουσία. Πλέον είχε χαθεί και αυτό. Δε μου είχε απομείνει τίποτα που να θυμίζει αυτό που ήμουν. Ένιωθα άδειος και πιο μόνος από ποτέ...
   Ξάφνου, το γέλιο που είχε βγει από μέσα μου ,πριν πάρω τη μεγάλη μου απόφαση να διώξω από μέσα μου τα δαιμόνιά μου, έκανε ξανά την εμφάνισή του.Αυτή τη φορά πιο δυνατό ηχούσε στο δωμάτιο. Πόσο απερίσκεπτα είχα φερθέί... tpo γέλιο δεν ήταν η απελευθέρωση μου αλλά η σανίδα σωτηρίας μου που θα με διέσωζε από τον ωκεανό του πόνου. Όταν αντιλήφθηκα το σφάλμα μου η λύπη μου ήταν τόσο μεγάλη που δε μου επέτρεπε να σταθώ όρθιος στα πόδια. Δεν είχα τη δύναμη. Γονάτισα. Δε θυμάμαι για πόση ώρα παρέμεινα σε αυτή την κατάσταση ώσπου., οι πληγές επανήλθαν φέρνοντας όμως μαζί τους και το χρώμα των ματιών μου. Ευτυχώς ο εξορκισμός απέτυχε... ένιωθα πλέον ολοκληρωμένος!

                                                                                 Μαριλένα Ζάρκου







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου