Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΣΟΥ ΜΕ ΑΝΑΣΤΗΣΕ

   Ο Χρήστος, με ελάχιστα μαλλιά, αδυνατισμένος και εξαντλημένος άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα του δωματίου στο οποίο κοιμόνταν αγκαλιασμένες οι γυναίκες της ζωής του. Κάθισε σχεδόν αθόρυβα στο ίδιο κρεβάτι και έμεινε να κοιτάζει το θέαμα. Σε ελάχιστα λεπτά το μωρό άνοιξε τα μάτια του. Στο αντίκρισμα του προσώπου του πατέρα της η μικρή αντέδρασε με ένα χαμόγελο και έτσι ο Χρήστος βρήκε το θάρρος να την πάρει αγκαλιά. Τα μάτια του για τα επόμενα λεπτά δεν σταμάτησαν να τρέχουν δάκρυα.
  Σε μία στιγμή αδυναμίας και υπερβολικής ευτυχίας άρχισε να μιλά στο μωρό και να της περιγράφει όλα αυτά που πέρασε. Η σύζυγος του, η Ελένη, η οποία είχε αντιληφθεί την παρουσία του από την πρώτη στιγμή άκουγε έκπληκτη όλα όσα πέρασε ο άντρας της και μέχρι εκείνη τη στιγμή η ίδια αγνοούσε. Μέσα από τα λόγια του αναπόλησε τις πρώτες στιγμές της σχέσεις τους..
   Από την παιδική τους ηλικία μέχρι εκείνη την τραγική χρονιά -που έχασε εντελώς αναπάντεχα την μητέρα της-, τότε που τους φαινόταν ακατόρθωτο να κοπάσει τις θύελλες που λυσσομανούσαν μέσα της και που αναζητούσε τρόπο να στηλιτεύει την μοίρα της με το κοφτερό μαχαίρι της νιότης και της λαχτάρας για ζωή χωρίς να πληγώσει τον πατέρα της ο Χρήστος βρισκόταν στα όνειρα της ένας ανεκπλήρωτος παιδικός έρωτας . Και τότε ξαφνικά η συμπεριφορά του Χρήστου απέναντι της άλλαξε.
  Αρχικά ο Χρήστος πάνω στα γέλια και τα παιχνίδια της έκανε διάφορα κοπλιμέντα και προσπαθούσε να την γοητεύσει ποικιλοτρόπως, άλλοτε της τραγουδούσε ,της προσέφερε λουλούδια και ήταν ιδιαίτερα ευγενικός σε σχέση με το παρελθόν. Η Ελένη φυσικά τα είχε παρατηρήσει αλλά τα απέδωσε στην ηλικία και την ωρίμανση της σκέψης του.
   Όμως ύστερα απ' όλα αυτά ο Χρήστος αποφάσισε να προβεί σε πιο δρασταυτό λοιπόν το λόγο της έγραψε ένα γράμμα το οποίο το άφησε στο κρεβάτι της ένα απόγευμα που είχαν επισκεφθεί με την οικογένειά του τον πατέρα της ο υποίος ήταν λίγο άρρωστος. Με την πρόφαση ότι πήγαινε στο μπάνιο και αφού η Ελένη ήταν στην κουζίνα ,τρύπωσε στο δωμάτιο με απόλυτη μυστικοπάθεια και προσοχή και έκρυψε το γράμμα του κάτω από το μαξιλάρι της αγαπημένης του. Πάνω στο μαξιλάρι της άφησε ένα ευωδιαστό κόκκινο τριαντάφυλλο, που είχε κρύψει στο εσωτερικό του σακακιού του. Ύστερα έφυγε με τον ίδιο τρόπο που μπήκε, σαν μυστικός πράκτορας σε επικίνδυνες αποστολές και πήγε πάλι στο καθιστικό που βρίσκονταν οι πατεράδες τους.. Η αγωνία του όμως δεν του επέτρεπε να καθίσει άλλο και γι αυτό σε λίγα λεπτά διέσχιζαν ήδη την πλατεία του χωριού και κατευθύνονταν προς το σπίτι τους. Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα.
  Και όταν πήγε αποκαμωμένη στο δωμάτιο της να κοιμηθεί αντίκρισε απροσδόκητα ένα μικρό φάκελο στον οποίο διάβαζε το όνομα της γραμμένο καλλιγραφικά .Με τρεμάμενα χέρια άνοιξε το γράμμα. Κατευθείαν αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα του Χρήστου. Με εξαιρετικά ταχύς ρυθμούς άρχισε την ανάγνωση και προσπαθούσε να καταλάβει τον λόγο που της το έγραψε...

Πολυαγαπημένη μου Ελένη,
   την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στην ονομαστική εορτή του πάτερα μου επέμενες ότι ήμουν κακόκεφος και ήθελες να σου ανοίξω την καρδιά μου.. Πολύ θα ήθελα να το είχα κάνει αλλά φοβόμουν την αντίδραση σου και δίσταζα. Όμως τώρα που δεν έχω απέναντι μου τα γαλάζια σου μάτια ,αυτά α απέραντα πέλαγα να τα βλέπω και να ξεχνάω τα λογία μου νομίζω πως μπορώ να σου εξηγήσω γιατί έχω αλλάξει τον τελευταίο καιρό..
    Εδώ ,κάτω από τι ισχνό φως των κεριών οι σκέψεις μου ξεπηδούν ευκολότερα στο χαρτί πάρα από όταν έχω απέναντι μου το ολόφωτο αγγελικό πρόσωπο σου. Εκείνη τη στιγμή που τα κοριτσίστικα παιχνιδιάρικα μάτια σου με κοιτάζουν και σαν σου απευθυνθώ τα μάγουλα σου κοκκινίζουν ξαφνικά ναν να ξεσπά πυρκαγιά, εμένα εκείνες οι φλόγες μου καιν την καρδιά και οι σκέψεις γίνονται στάχτες και τα λόγια μου ανέκφραστοι πόθοι που δεν βρήκα ποτέ το κουράγιο να σου πω....
   Άλλωστε ποιες λέξεις θα ήταν κατάλληλες να περιγράψουν την εσωτερική ταραχή που προκαλεί το γλυκό σου χαμόγελο-το κλειδί του κήπου της καρδιάς μου, που σαν μου το χαρίσεις ανθίζουν όλα τα λουλούδια της; Αγαπημένη μου ,δεν άντεχα πλέον να είμαι μαζί σου και να μην έχω το κουράγιο να σε κοιτάζω στα μάτια... Ένιωθα κιόλας ότι σε κοροί'δευα ,όχι μόνο εσένα αλλά και τον πατέρα σου και την οικογένεια μου. Αλλά πριν μιλήσω σε οποιονδήποτε άλλο νομίζω έπρεπε να ανοίξω την καρδιά μου σε σένα καλή μου. Γιατί αν εσύ δεν αισθάνεσαι στο ελάχιστο αυτό που νιώθω εγώ για σένα τι νόημα έχει;
   Μα πες μου Ελένη μου ,εσύ θα ήθελες να είσαι κοντά μου σύντροφος και συνοδοιπόρος μου στη ζωή; θα ήθελες αυτή η μοναδική σχέση μας να εξελιχθεί σε κάτι πιο ισχυρό και έτσι να μην χωριστούμε ποτέ; Να σε κρατάω από το χέρι και να παρατηρούμε τον κόσμο να αλλάζει, να περνάνε τα χρονιά και εμείς σταθεροί με την αγάπη μας;
   Θα σε παρακαλούσα να το σκεφτείς και να μην με πληγώσεις . Θα ήταν νομίζω καλύτερα να μην μιλήσεις σε κανέναν πριν συναντηθούμε αύριο το απόγευμα στο λιμάνι που θα κρατήσω τα χέρια σου και θα διαβάσω τα μάτια σου για να καταλάβω τι επιθυμείς χωρίς περιττά λόγια και φλυαρίες αρκεί να αφήσεις την καρδιά σου να μιλήσει και να εκφραστεί.
  Και έτσι με ένα γλυκό σ' αγαπώ θα σου πω καληνύχτα. Θα ανυπομονώ μέχρι το απόγευμα αλλά μέχρι τότε να είσαι σίγουρη πως θα σε ονειρευτώ και θα σε σκέφτομαι..
                                                   Με απερίγραπτη αγάπη και αναρίθμητα φιλιά,
                                                                               Χρήστος


   Τα δάκρυα της κυλούσαν ως χείμαρρος στα ρόδινα μαγουλά της και μούσκευαν το γράμμα που είχε σφίξει στο στήθος της. Ο Χρήστος υπήρξε η παιδική της αγάπη, ένας έρωτας που ποτέ δεν ανέμενε να ανθίσει και θεωρούσε ότι δεν θα έβγαινε ποτέ από την υπόσταση του ονείρου και της φαντασίας της. Κι όμως σε αυτή την δύσκολη στιγμή της ζωής της που θεωρούσε ότι βρισκόταν σε ένα σκοτεινό αδιέξοδο ένα αναπάντεχο φως πήγαζε από αυτό το γράμμα. Μία ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον και μια ζωή που δεν θα μπορούσε να ζήσει αν αρνούταν να προχωρήσει με τον Χρήστο. Ήξερε τι θα του απαντούσε αύριο, δεν χρειαζόταν να το σκεφτεί.. Ο Χρήστος της υποσχόταν πολλά, η οικονομική του κατάσταση η κοινωνική του θέση, οι γνωριμίες του . Επιπλέον μία σχέση μεταξύ τους θα χαροποιούσε και τις δύο οικογένειες και τέλος η ίδια έτρεφε ιδιαίτερα συναισθήματα για αυτόν εδώ και πολλά χρόνια.
   Η επόμενη μέρα για την Ελένη δεν διήρκεσε περισσότερο από την λάμψη μιας αστραπής μα το απόγευμα στο λιμάνι κοντά του μετατράπηκε σε ένα ατέλειωτο όνειρο.. Λες και απέναντι του ο χρόνος πάγωσε. Ίσως να ήτανε ο αμοιβαίος τους έρωτας που δεν τους επέτρεπε να συμβιβαστούν με περιορισμούς της κοινή λογικής και να αισθάνονται το χρόνο που περνάει, ίσως να ήταν ο το βλέμμα του το μυστικό που την έκανε να απελευθερωθεί από την πραγματικότητα, ίσως να ήταν ο ήχος της καρδιάς του που της εξομολογούνταν πολλά περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να πουν τα χείλη του. Ίσως να τανε και το γλυκό και αγαπημένο της άρωμα που ανάβλυζε από τις φρεσκοκομμένες μαργαρίτες που της είχε προσφέρει. Αυτό το σημείο στο λιμάνι έγινε το στέκι τους και μέχρι τον γάμο τους ,με τον οποίο ήταν σύμφωνοι όλοι, εκεί έδιναν το καθημερινό τους ραντεβού
   Σε λίγο καιρό ενώ είχαν τακτοποιηθεί όλες οι εκκρεμότητες και ήταν έτοιμοι για το γάμο τους. Η εγκυμοσύνη δεν άργησε να έρθει. Και τότε που όλα φαίνονταν να έχουν μπει σε μία σειρά ο Χρήστος εξαφανίστηκε.
   Κι όσο ξαφνικά έφυγε, άλλο τόσο απροσδόκητα γύρισε. Και τώρα στο ίδιο κρεβάτι που διάβαζε τα συναισθήματα του και της έδωσε ζωή, η Ελένη, άκουσε έκπληκτη πως ο ίδιος κινδύνευσε να χάσει την δική του. Και τότε τα έβαλε με τον εαυτό της που είχε πιστέψει πως δεν χωρούσε πια στη ζωή του και απορούσε γιατί δεν είχε καταλάβει από την αρχή πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Και ένιωσε πολύ άσχημα που σκέφτηκε τόσο αρνητικά πράγματα γι' αυτόν ενώ εκείνος για να μην την στεναχωρήσει με την ασθένεια του αφού κουβαλούσε στα σπλάχνα της τον καρπό του έρωτα τους δεν της είπε τίποτα.
   Και τον άκουγε τώρα να μιλάει στο μωρό και να λέει «στο άκουσμα της γέννησης σου η κατάσταση μου άλλαξε εντελώς. Σώθηκα από βέβαιο θάνατο.»Η μάχη έληγε και το αποτέλεσμα ήταν εις βάρος του «και ήρθες εσύ και η γέννησή σου με ανάστησε» επαναλάμβανε συνεχώς.
   Σηκώθηκε τότε η Ελένη αργά και με δακρυσμένα και εκείνη μάτια αγκάλιασε τον άντρα και την κόρη της. Και έμειναν έτσι για αρκετή ώρα μέχρι ο πόνος και η κούραση τους να αποβληθούν μέσα από τα μάτια τους. Μόλις συνειδητοποίησαν τί είχαν περάσει! Από τότε και μετά η καθημερινότητα τους άλλαξε. Όλα έγιναν όμορφα και την κάθε μέρα την περνούσαν σαν να επρόκειτο για την τελευταία. Έγιναν μία αγαπημένη οικογένεια που παρέμεινε για πάντα δεμένη .
   Έπειτα από λίγο καιρό βάπτισαν το κοριτσάκι. Τί άλλο όνομα θα μπορούσαν να της δώσουν παρά "Ευτυχία" αφού αυτό το θαύμα της ζωής, τους είχε χαρίσει τη ζωή, την ευτυχία και την ολοκλήρωση της οικογένειας τους;

                                                                                  Κωνσταντίνα Καραμπή




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου