Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

ΙΣΜΗΝΗ

 Ποία δύναμη σπρώχνει τον άνθρωπο σε λάθη; Γιατί οι μοίρες αγαπούν τη δυστυχία και υπάρχει τόση γύρω μας; Πότε επιτέλους θα πάψουν τα δεινά και θα γαληνέψουν οι ψυχές των ανθρώπων;
 Το κλάμα της γοερό. Μα ποίος να την ακούσει; Ήταν μόνη της στην σκοτεινή φυλακή της. Απομονωμένη, κατασπαραγμένη απ’ τους θεούς που της πήραν ό, τι είχε και δεν είχε. Χάθηκαν οι ελπίδες της, τα όνειρά της. Σε μια μέρα όλα έγιναν σκόνη. Οι αμαρτίες των προγόνων της τής έμειναν να την πονούν και κάτι φαντάσματα να την στοιχειώνουν τις νύχτες. Ο φόβος της, η δειλία της. Αυτά την έκλεισαν εκεί μέσα.
 Κανένας φρουρός δεν είχε μείνει στην φυλακή της Θήβας. Όλοι είχαν μαζευτεί στο παλάτι να βρουν νέο βασιλιά. Η πόλη ήταν αφύλαχτη. Ή έτσι νόμιζε. Ένας μόνο είχε μείνει σταθερός στην θέση του. Περπατούσε στον διάδρομο, όπως συνήθιζε ή όπως του είχαν μάθει να κάνει. Κουράστηκε. Σταμάτησε. Άφησε τα όπλα του σε μια γωνιά. Είχαν αρχίσει να τον βαραίνουν. Κανείς δεν ήταν εκεί να τον ελέγξει ή να του ζητήσει τον λόγο. Έμεινε σταθερός στην θέση του, γιατί του είχαν πει πως σε αυτόν τον διάδρομο της φυλακής κρύβεται ένας θησαυρός και μέσα στους τόσους στρατιώτες είχαν επιλέξει εκείνον να τον φυλάει.
 Δεν είχε πάει στο παλάτι με τους άλλους. Δεν τον ενδιέφερε η εξουσία. Εκείνος ήταν ένας απλός στρατιώτης, ένας φρουρός. Τι να την κάνει την εξουσία; Μα τι να την κάνει και την πανοπλία; Δεν του πήγαινε μήτε το στέμμα, που όλοι έτρεξαν να πάρουν, μήτε οι πανοπλίες. Μια απλή ζωή θα ήθελε να έχει κι ένα χωράφι να ζει την οικογένειά του. Να είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος. Να μην υπηρετεί κανέναν. Είχε ονειρευτεί μια κόρη. Η μορφή της ερχόταν συνεχώς στο μυαλό του. Είχε ερωτευτεί ένα όνειρο.
 Συνέχισε να περπατάει στον διάδρομο. Χωρίς όπλα. Χωρίς τον βηματισμό που του είχαν υποδείξει. Φυλούσε τα κελιά αυτού του διαδρόμου, αλλά δεν ήξερε ποιόν αγκάλιαζε το κάθε κελί. Κοίταξε στο πρώτο κελί. Ένας άντρας ρακένδυτος. Θα είχε κλέψει κάτι και βρέθηκε εδώ. Στο δεύτερο ένας άντρας ρωμαλέος. «Φόνος» ήταν η λέξη που του ήρθε στο μυαλό όταν ο άντρας τον κοίταξε στα μάτια. Σταμάτησε να κάνει τον εξερευνητή και συνέχισε αδιάφορα.
 Μια μουσική έφτασε στ’ αυτιά του. Έμοιαζε να ερχόταν από άλλη εποχή. Το πέρασμα του στους αιώνες δεν άφηνε να ακουστεί καθαρά ο αοιδός. Μπορούσε, όμως, να καταλάβει τι έλεγε. «Μα γιατί το τραγούδι να’ ναι λυπητερό;» άκουσε και αναρωτήθηκε και ο ίδιος. Η μουσική τον συνεπήρε. Δεν ήταν άρπα αυτό που άκουγε. Τι να ήταν άραγε; Μια δύναμη τον έσπρωχνε στο βάθος του διαδρόμου στο τελευταίο κελί. Από κει άκουσε μια όμορφη γυναικεία φωνήνα μοιρολογεί. Κοντοστάθηκε μπροστά στο κελί. Τόσο καιρό δεν ήξερε ότι υπήρχε και μια γυναίκα στην φυλακή.
 Ήταν όμορφη. Δεν έβλεπε το πρόσωπό της, μα ήξερε πως ήταν όμορφη. Χρυσά μακριά μαλλιά λιτά να σκεπάζουν την πλάτη της. Άρμοζε η θωριά της σε Θηβαία βασιλοπούλα. Κι όταν γύρισε να τον κοιτάξει, ένα βέλος καρφώθηκε στην καρδιά του και «φέγγει από μέσα η φυλακή» είπε ο ραψωδός. Ήταν αυτή που έβλεπε στα όνειρά του. Αυτήν του είχε τάξει ο θεός Έρωτας, που τώρα στεκόταν πίσω του και σιγουρευόταν πως είχε πετύχει τον στόχο του. Το όνειρο που είχε ερωτευτεί πήρε σάρκα και ζωντάνευε τώρα μπροστά του. Μπορούσε να το πραγματοποιήσει. Μα ήταν κλειδωμένη στο κελί.
 Έσφιξε τα κλειδιά στα χέρια του. Από την μία οι εντολές του βασιλιά του και από την άλλη ο θεός Έρωτας που πρόσταζε την καρδιά του να ξεχυθεί στην αγάπη αυτής της γυναίκας. Τι να έκανε; Τι δίλλημα ήταν αυτό που τον πολιορκούσε; Από την μια η λογική να στέκεται βράχος στην θέση της και από την άλλη η καρδιά του να ξεσκίζει το στήθος του. Ψέλλισε με τον αοιδό που τώρα άκουγε καθαρά «Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό».
 Άνοιξε το κελί της. Η κόρη έσπευσε να κρυφτεί σε μια γωνιά. Μα εκείνος την σταμάτησε.
-Στάσου. Μην φοβάσαι. Δεν θα σου κάνω κακό.
-Ποίος είσαι; ρώτησε κείνη.
-Ένας ακόμα φρουρός αυτής της φυλακής που, αν τον αφήσεις, θα γίνει πιστός συνοδός σου και φύλακας άγγελός σου. Εσύ ποία είσαι;
-Μια κατασπαραγμένη από τις Μοίρες κόρη που θρηνεί τον άδικο χαμό της οικογένειάς της.
-Γιατί είσαι εδώ, δύσμοιρη;
-Για κάτι που δεν έκανα. Για λόγους που δεν κατάλαβα. Είμαι εδώ από χτες και δεν θα μπορέσω ποτέ να βγω.
-Αν είσαι αθώα, θα αφεθείς ελεύθερη. Αν, όμως, ξέρεις ότι έχεις αδικήσει κάποιον, τότε πρέπει να δεχτείς την τιμωρία σου. Ο βασιλιάς μας ήξερε να κρίνει. Και ο νέος που θα πάρει τον θρόνο ίσως να σ’ ελευθερώσει.
-Μόνο ο Κρέοντας μπορούσε να μ’ ελευθερώσει. Μα έφυγε, χωρίς να δώσει εντολή. Ξεχάστηκα σε μια μέρα από την πόλη και από τους δικούς μου ανθρώπους. Η Μοίρα μου έγραψε να πεθάνω εδώ ανύπαντρη και άκλαυτη, σαν την πολυαγαπημένη μου αδερφούλα.
-Τι έπαθε η αδερφή σου και ποία ήταν;
-Όπως η πεταλούδα βουτά και χάνεται μες τα στάχια, έτσι βούτηξε κι εκείνη ζωντανή στον Άδη. Αντιγόνη ήταν το όνομά της. Ναι, είμαι γόνος των Λαβδακιδών. Τα κρίματά μου τα ξέρεις. Ξέρεις τι πληρώνω στους θεούς. Τώρα έμαθες και ποια είμαι. Ναι. Είμαι η Ισμήνη.
 Ο φρουρός τα έχασε. Είχε μπροστά του την τελευταία βασιλοπούλα. Ήξερε πως την είχε φυλακίσει ο βασιλιάς Κρέων χτες. Αυτό που δεν γνώριζε ήταν πως ο θησαυρός που του είχαν πει να φυλάει ήταν αυτή η γυναίκα που είχε μπροστά του. Είχε ερωτευτεί την βασιλοπούλα. Κι αν τον τράβηξε κοντά της το μοιρολόι της, τώρα τον κρατούσε η τόλμη της να πει ποια είναι και να παραδεχτεί τα αμαρτήματα των προγόνων της. Ίσως κάποιος άλλος φρουρός, αν μάθαινε την αλήθεια γι’ αυτήν, να την σκότωνε, για να γλιτώσει η Θήβα από τη δυστυχία. Εκείνος, όμως, δεν θα το έκανε. Την είχε ερωτευτεί.
 Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Ίσως κάποιος να του το είχε πει πως όποιος πάρει το στέμμα και τον θρόνο, θα πάρει και την τελευταία βασιλοπούλα. Η σκέψη του τον τάραξε. Κάποιος φιλόδοξος, υπερόπτης θα ερχόταν να του κλέψει το όνειρο. Δεν θα τον άφηνε. Δεν ήθελε να βασιλέψει. Θα έπαιρνε το όνειρό του και θα έφευγε από την Θήβα. Θα ζούσε όλα του τα όνειρα ελεύθερος. Και η μόνη φυλακή του θα ήταν η αγκαλιά της.
-Ισμήνη, κόρη των Λαβδακιδών, σε λίγο η πόλη θα διαλέξει άλλων βασιλιά και η ζωή σου θα είναι στα χέρια του. Θα πρέπει να σε παραδώσω σε κείνον, μα δεν το θέλω και η καρδιά μου δεν θα με αφήσει να σε δώσω. Ισμήνη, μην μείνεις εδώ να περιμένεις τον θάνατο. Έλα μαζί μου και σου υπόσχομαι να ζήσεις ελεύθερη.
-Μου ζητάς να το σκάσω μαζί σου. Μα πώς ξέρω πού θα καταλήξω εάν έρθω μαζί σου; Πώς ξέρω ότι θα είμαι ασφαλής; Πώς ξέρω ότι υπάρχεις και ότι δεν είσαι κάποιος νεκρός που έστειλε η αδερφή μου να με στοιχειώσει; Χτες το βράδυ εκείνη ντυμένη νύφη με τον Αίμωνα ήρθαν στο κελί μου. Τώρα εσύ. Δεν ήξερα πως τα φαντάσματα εμφανίζονται και την μέρα.
-Δεν είμαι φάντασμα. Άγγιξε με να σιγουρευτείς. Βάλε το χέρι σου εδώ που είναι η καρδιά μου να δεις αν χτυπάει. Κι αν χτυπάει, είναι για σένα.
-Και η δικιά μου όταν σ’ αντίκρισα χτύπησε πιο δυνατά. Αυτά είναι παιχνίδια του θεού κι εγώ πλέον φοβάμαι τους θεούς.
-Δεν υπάρχει τίποτα να φοβάσαι όσο θα είσαι δίπλα μου.
-Εσύ, όμως, θα φοβηθείς πολλά όσα θα είσαι στο πλάι μου. Όσοι ήταν κοντά μου, χάθηκαν νωρίς.
-Γλυκός κι ο θάνατος αν είναι να σ’ έχω στην αγκαλιά μου έστω για λίγο.
-Πεισματάρης είσαι και θα το μετανιώσεις στην πορεία. Δεν αφήνουν έτσι ανθρώπους σαν εσένα οι θεοί.
-Δεν φοβάμαι τους θεούς. Αφού θεός μ’ έμαθε να σ’ αγαπάω.
-Μην μιλάς έτσι. Θα σ’ ακούσουν και θα σε τιμωρήσουν.
-Δέχομαι την όποια τιμωρία και δέχομαι να πληρώσω το όποιο κρίμα. Δέχομαι να σηκώσω όλες τις αμαρτίες των Λαβδακιδών. Κι αν την επόμενη μέρα με βρουν όλες οι συμφορές της οικογένειάς σου και με πνίξουν, δεν με πειράζει καθόλου. Με τύφλωσε ο Έρωτας και δεν θα τις δω.
-Είσαι γενναίος και οι θεοί θα σε ανταμείψουν γι’ αυτό, αν το χρησιμοποιήσεις σωστά. Μα εγώ δεν είμαι σαν εσένα. Εγώ είμαι δειλή. Δεν βοήθησα την Αντιγόνη να θάψει τον νεκρό αδερφό μας. Δεν στάθηκα αντάξια της καλής γενιάς μου. Και τώρα ακόμη φοβάμαι. Φοβάμαι ν’ αγαπήσω εσένα.
-Ξεπέρασε τους φόβους σου και με το ίδιο θάρρος που μου είπες πριν ποια είσαι πες μου και τώρα ότι θα με ακολουθήσεις. Μην διστάζεις. Μην φοβάσαι. Ακόμη κι αν όλοι οι ξακουστοί θεοί μας εγκαταλείψουν, υπάρχει ένας ακόμα. Ο άγνωστος θεός. Αυτός δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ. Πίστεψε σ’ αυτό το σκίρτημα της καρδιάς μας και δώσε μου το χέρι σου, Ισμήνη.

 Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Η φλόγα στα μάτια του έδινε μια λάμψη σε όλον τον χώρο και το γκρίζο χρώμα της φυλακής είχε γίνει αόρατο στα μάτια της που δεν ξεκολλούσαν από τα δικά του. Ο ανθρώπινος νόμος έλεγε να μείνει φυλακισμένη. Η καρδιά της, όμως, χτυπούσε πολύ δυνατά για να μπορεί να τον ακούσει. Και τώρα της φαινόταν πως οι θεοί έγραφαν ένα νόμο μόνο για εκείνην και τον αγαπημένο της. Είδε ξανά την Αντιγόνη να της χαμογελάει αυτήν την φορά. Το χέρι της μέσα στο δικό του και η μουσική που ταξίδευε στους αιώνες τους έδεσε σε μια αγκαλιά και τους πήρε μαζί της. Η Ισμήνη, η κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης, με τα τόσα αμαρτήματα στην πλάτη της, που την φυλάκισε ο Κρέοντας, για να την τιμωρήσει, αυτή η Ισμήνη ήταν πλέον ελεύθερη κι ευτυχισμένη.

                                                                                          ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΚΡΕΜΗ ΛΙΑΔΗ,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου