Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΛΚΧΑΜΠΑΡ

   Το ρολόι στην γωνία του δρόμου ήταν κολλημένο στις τρεις και έξι λεπτά. Στην πόλη είχε αρχίσει να βραδιάζει και στον ουρανό ο ήλιος ζωγράφιζε τις τελευταίες κόκκινες και μενεξεδί πινελιές. Το θέαμα ήταν μαγευτικό.
   Ύστερα όμως από λίγα λεπτά παντού είχε απλωθεί ένα σκούρο πέπλο αερίων που σκέπαζε απειλητικά την Αλκχαμπάρ. Ο αέρας μύριζε θειάφι και οι άνθρωποι ένιωθαν να ασφυκτιούν.Κραυγές και ουρλιαχτά γέμισαν τους δρόμους της πόλης. Όλοι πανικοβλημένοι φώναζαν "τρέξτε", και κλειδώνονταν μέσα στα σπίτια τους. Πρώτα οι μανάδες με τα μωρά στα χέρια ή στην κοιλιά, ύστερα ηλικιωμένοι και τέλος οι άντρες που κάποτε  είχαν προσπάθησει να σώσουν το βιος τους και είχαν αποτύχει . Οι φωτιές έκαιγαν στους δρόμους, ακόμη και μετά από δύο μέρες. Μια βοή ακούστηκε από τον ουρανό και τους οδήγησε να κοιτάξουν τα στρατιωτικά αεροπλάνα που πέταγαν τόσο χαμηλά, σχεδόν απειλητικά προς αυτούς.
   Μόνο εκείνοι δεν ήξεραν προς τα πού να τρέξουν και να κρυφτούν. Εκείνοι ή αλλιώς οι "επιστρατευμένοι", ήταν οι μόνοι που δεν γνώριζαν το νέο καθεστώς. Η αλήθεια είναι ότι προσπάθησαν. Πράγματι προσπάθησαν. Μέσα στην οχλοβοή ζητούσαν να τους πουν τι συμβαίνει, γιατί τρέχουν έτσι. Το σημαντικότερο ερώτημα ήταν γιατί βρίσκονταν εκεί. Κανείς δεν τους έδινε σημασία. Όλοι πανικοβλημένοι έτρεχαν να σώσουν τους εαυτούς τους. Οι επιστρατευμένοι που είχαν αναγκαστεί να γυρίσουν πίσω στην Αλκχαμπάρ στέκονταν στην μέση του δρόμου σαστισμένοι και χαμένοι από τις σκηνές, που μόλις είχαν εκτυλιχθεί μπροστά στα μάτια τους.
   Ξαφνικά μέσα στην βαριά ομίχλη των αερίων, τύμπανα ακούστηκαν από την άλλη άκρη της πόλης. Ίσως γι' αυτό να τους είχε προειδοποιήσει εκείνη η γυναίκα, αλλά κανείς δεν έδωσε μεγάλη σημασία στα λόγια της.
   Τα χημικά αέρια που αιωρούνταν άρχιζαν να τσούζουν το δέρμα τους. Μαζεμένες μορφές άρχιζαν να διακρίνονται μέσα από την ομίχλη των αερίων και ένα ανάμεικτο συναίσθημα τρόμου και περιέργειας τους κυρίευσε. Τότε κατάλαβαν πως έπρεπε να κρυφτούν, πρίν κανένας από αυτούς που έρχονταν προς το μέρος τους, καταλάβει την παρουσία τους. Στάθηκαν λοιπόν πίσω από ένα σωρό από ερείπια μιας κατεδαφισμένης πολυκατοικίας και περίμεναν. Η αγωνία τους κορυφώθηκε και τα λίγα λεπτά τους φάνηκαν αιώνες.
   Σιγά σιγά οι μορφές καθάρισαν και εμφανίστηκαν παραταγμένοι δέκα ένστολοι με μάσκες καπνογόνων βαριά οπλισμένοι, που περικύκλωναν έναν επίσης ένστολο που ξεπρόβαλε από το κέντρο της παράταξης. Ήταν άγριος, το πρόσωπό του παραμορφωμένο από ουλές με βλέμμα μοχθηρό και ματαιόδοξο. Στο δεξί του μανίκι ήταν σχεδιασμένο ο μαύρος αετός, το σύμβολο του Φάσελκερ. Το σύμβολο της φασιστικής εξουσίας του στην Αλκχαμπάρ. Η απαίσια και αιματοκυλισμένη εξουσία που επέβαλε πρώτα στην Όρμπεραν ,στην πρωτεύουσα της Ίχμπαν, κατάφερε να κατακτήσει και το τελευταίο λίκνο πολιτισμού της χώρας. Παντού στο δρόμο κοίτονταν νεκρά σώματα στρατιωτών της Αλκχαμπάρ. Πόσοι άραγε να πέσαν μαχόμενοι ; Πόσοι να ικέτευσαν για έλεος;
  Ο Φάσελκερ έδειξε πίσω από ένα σωρό αυτοκινήτων επιδεικτικά και διέταξε έναν από τους ένστολους να φέρουν κάτι από εκεί. Ο στρατιώτης έσυρε μπροστά του ένα μικρό αγόρι που φώναζε και ικέτευε για έλεος και βοήθεια. Φορούσε μισοσκισμένα ρούχα και σε όλο του το σώμα είχε πληγές εκ των οποίων κάποιες έτρεχαν ακόμη αίματα. Ζητούσε από τους κατοίκους να βγουν να τον βοηθήσουν, αλλά το ρίσκο του να υψώσει κανείς το ανάστημά του στον Φάσελκερ ήταν μεγάλο .
  Οι επιστρατευμένοι παρακολουθούσαν με φρίκη. Μια από τις γυναίκες που βρίσκονταν εκεί προσπάθησε να φωνάξει, για να σώσει το παιδί, όμως οι υπόλοιποι της έκλεισαν το στόμα και για να καταφέρουν να την ηρεμήσουν, της ψιθύρισαν πως ήδη ήταν χαμένο, γι'αυτό ό,τι και να έκανε θα ήταν λίγο και θα έβαζε και την ζωή της σε κίνδυνο. Καθώς παρακολουθούσε σαστιμένη το αγοράκι να ουρλιάζει και να κλαίει ενώ ο Φάσελκερ πλησίαζε, σκεφτόταν πως θα μπορούσε να το είχε σώσει αλλά εκείνη ήταν ακόμη εκεί.
   Οι φωνές του Φάσελκερ ακουγόντουσαν δυνατά με τα λόγια του να καίνε τα αυτιά τους. Πως μπορούσε να μιλάει έτσι σε ένα παιδί;
  -Ώστε σου αρέσει να τριγυρνάς έξω τέτοια ώρα, ε;
  -Όχι κύριε..
  -Τότε γιατί είσαι έξω;
  -Χάθηκα, είπε και η αθωότητα ζωγραφίστηκε στα μάτια του.
  -Ακούτε, χάθηκε, σήκωσε το πόδι του και κλώτσησε τον μικρό στην κοιλιά. Χαχαχα, το ειρωνικό του γέλιο ήταν τόσο κρύο που έκαναν το θύμα του να παγώσει από τον φόβο του. Ο μικρός είχε κουλουριαστεί στο δρόμο όχι μόνο από τον πόνο αλλά και γιατί προσευχόταν στον θεό για την ψυχή του. Ξέρεις τί συμβαίνει σ' αυτούς που δεν υπακούουν  τις διαταγές μου;
   Εκείνο κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. Ο Φάσελκερ σήκωσε το χέρι του και σημάδεψε με το πιστόλι το μικρό. Τότε ένας από το τάγμα ακούστηκε: "Μη!Είναι ένα αθώο παιδί! Πώς μπορείτε να σκοτώσετε  ένα  αθώο παιδί; Αφήστε το να φύγει." Ο Φάσελκερ γύρισε το κεφάλι του και οργισμένος σημάδεψε τον στρατιώτη που τόλμησε  να τον υποτιμήσει .
  "Μπαμ!"
  Το νεκρό σώμα έπεσε  σαν σακί στην άσφαλτο. "Με αηδιάζεις", ψέλλισε. Στράφηκε ξανά προς το αγόρι που τα δάκρυα του έτρεχαν και έκαιγαν στο πρόσωπό του."Ο νόμος είναι νόμος και πρέπει να τηρείται από όλους. Μικρούς ή μεγάλους", κοίταξε το νεκρό στρατιώτη και το βλέμμα του επέστρεψε ξανά στο αγόρι," Όποιος δεν με υπακούει, θα υποστεί την τιμωρία του θανάτου. Απαγορεύεται η κυκλοφορία μετά τις τέσσερις . Σήκωσε το χέρι του και σημάδεψε το επόμενο θύμα του.
Τη σιωπή της στιγμής έσπασε ο κρότος της βολής του,
    "Μπαμ!"
  Μια μεγάλη κηλίδα αίματος σχηματίστηκε γύρω του. Οι στρατιώτες αν και σοκαρισμένοι δεν μπορούσαν να αντιδράσουν. Το δεκάχρονο αυτό αγόρι ήταν ένα ακόμη θύμα του Φάσελκερ, το πιο μικρό και το πιο αθώο .
   Εκείνος έβγαλε ένα λεπτό μαντήλι, σκούπισε το όπλο και τα χέρια του, γύρισε επιδεικτικά την πλάτη του και ετοιμάστηκε να  αναχωρήσει. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε, έριξε μια ματιά, έβγαλε πάλι το όπλο και πυροβόλησε για δεύτερη φορά τα νεκρά σώματα.
   Η σιωπή έσπασε καθώς η γυναίκα  φώναξε "Όχι!"...
   Η ώρα ήταν τέσσερις και έξι λεπτά.

                                                                               Αφροδίτη Γερακίτη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου