Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Χαμ(ω)γελα ζωής

   Η νύχτα ξεδίπλωσε για μία ακόμη φορά το μαύρο της πέπλο και σκόρπισε ξανά στην ησυχία της μικρής κωμόπολης σκοτεινά μυστικά αφανέρωτα. Ήταν βράδυ και στην μονοκατοικία της οδού Γαλήνης ,πίσω από τις τραβηγμένες κουρτίνες το φεγγάρι εισχωρούσε δειλά.
   Μια κοπέλα ξαπλωμένη στο κρεβάτι προσπαθεί να ηρεμήσει και να ξεχαστεί. Οι σκέψεις όμως, οι αναμνήσεις, το φως του φεγγαριού, όλα συντελούν και εμποδίζουν τις φιλότιμες προσπάθειες της. Στριφογυρίζει αδιάκοπα πάνω στο μεγάλο κρεβάτι, δεν μπορεί να βολέψει το σώμα της ειδικά τώρα που η κοιλιά της έχει μεγαλώσει και στρογγυλέψει τόσο πολύ.
   Και τότε, ξαφνικά ένας κρότος σπάει στα δυο τη σιωπή. Η κοπέλα πετάγεται στον αέρα. Το σεντόνι πέφτει στο πάτωμα,τρέχει ξυπόλυτη προς την κουζίνα. Είναι αναμαλλιασμένη. Τα μακριά καστανά μαλλιά της ξετρυπώνουν ατίθασα από τον σφιχτό κότσο. Το νυχτικό της τσαλακωμένο, φαρδύ, αφήνει ακάλυπτο τον ένα ώμο ενώ στην κοιλιά είναι εφαρμοστό. Τρέχει ιδρωμένη στην κουζίνα να πιει νερό. Έπειτα επιστρέφει στο δωμάτιο της, ανάβει τρία κεριά πάνω στο γραφείο της και καταγράφει τον εφιάλτη της..

   Από το ημερολόγιο της Λυδίας

7/12/20
Σήμερα είχα και πάλι δύσκολο ύπνο. Οι αναμνήσεις δεν με αφήνουν να
ησυχάσω. Είναι από την άλλη μεριά οι φόβοι μου. Από ώρα σε ώρα έρχεται η στιγμή
του τοκετού. Ας με βοηθήσει η Παναγία να πάνε όλα καλά. Θα 'μαι μόνη μου και τι θα κάνω; Είναι και αυτά τα όνειρα που επιδεινώνουν την κατάσταση μου όλο και
περισσότερο.
  Απόψε είδα την μάνα μου. Ήρθε στο δωμάτιο μου την ώρα που κοιμόμουν και άνοιξε την πόρτα απότομα. Ο ουρανός άστραψε και το φως εισέβαλε βίαια στο χώρο. Ένα σατανικό γέλιο κ' ύστερα η μάνα έβγαλε από τη μέση της ένα μαχαίρι. Το σήκωσεψηλά. Κοντοστάθηκε στην πόρτα. Σάστισα! Τι μπορούσα να κάνω; Τί σκόπευε να κάνει εκείνη; Τελικά έπραξε το αδιαχώρητο. Όρμισε και ξέσκισε την φουσκωμένη κοιλιά μου ενώ βούτηξε μέσα μου τα χέρια της και άρπαξε το αγέννητο μωρό μου. Το
τύλιξε στην κάπα της και χάθηκε στα σοκάκια της γειτονιάς. Εγώ, ανήμπορη απλώς ούρλιαξα, μα αυτή η κραυγή ήταν αληθινή. Αποκάλυψε όλα μου τα συναισθήματα.

Η κοιλιά της τώρα πονούσε στ' αλήθεια. Πλησίαζε η μεγάλη ώρα που η Λυδία φοβόταν τόσο πολύ. Ήταν σίγουρη πως αυτός ο εφιάλτης ήταν προφητικός (όντως τα χρόνια, ήρθαν να της το αποδείξουν).. Είχε φανταστεί πολλές φορές αυτή τη στιγμή μα οι σκέψεις από την πραγματικότητα διαφέρουν. Ανάμεσα στα πόδια της έτρεχε ένα ζεστό υγρό. Κατάλαβε πως το μωρό σε λίγο θα κούρνιαζε στη ζεστή αγκαλιά της. Άρχισε να βιάζεται. Έβαλε νερό να βράσει, καυτηρίασε το ψαλίδι, πήρε ένα μαχαίρι και ανέβηκε στο δωμάτιο. Έστρωσε καθαρά σεντόνια, πήρε μια λευκή μαλακή πετσέτα και άρχισε να ξεφυσάει. Τοποθέτησε με δυσκολία κάτω από το κρεβάτι το μαχαίρι να ξορκίσει τους δαίμονες και τις μοίρες, παρακάλεσε την Παναγία και ξάπλωσε. Άρχισε να πονάει συστηματικά, καταλάβαινε το βρέφος να γλιστράει ανάμεσα στα πόδια της. Σε μερικά δευτερόλεπτα κλάματα μωρού ηχούσαν στο δωμάτιο. Εκείνη το καθάρισε, το πήρε στην αγκαλιά της και έκοψε αμέσως τον
ομφάλιο λώρο. Ήθελε το αγοράκι της να είναι από την πρώτη στιγμή ελεύθερο. Εξού και το όνομά του, Λευτέρης.


   Η παρουσία της Λυδίας, μίας γυναίκας μόνης με ένα παιδί σε μία κλειστή κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα δεν ήταν η πιο φυσιολογική εικόνα. Οι φήμες και τα κουτσομπολιά γύρω από το πρόσωπο της οργίαζαν και όχι αδίκως. Ανύπαντρη, ορφανή με ένα μωρό παιδί,ξαφνική απόκτηση περιουσίας- οι κακές γλώσσες πυροδοτήθηκαν. Ο καθένας έπλεκε γύρω από το πρόσωπο της μύθους,έβγαζε δικά του απωθημένα, παραλλαγές στα δικά του μυστικά, αλήθειες, ψέματα. Όμως ο κόσμος είχε λάβει αφορμές. Σ' αυτή τη δύσκολη περίοδο βρήκε τρόπο να εισπράξει χρήματα εκμεταλλευόμενη την ομορφιά,την μοναξιά, την εξυπνάδα, τις φοβίες, το σώμα της. Άλλωστε τί άλλο θα μπορούσε να πει ο κόσμος;;
   Ήταν πολύ όμορφη και ποθητή γυναίκα. Είχε μακριά καστανά σγουρά μαλλιά, μεγάλα πράσινα μάτια και σαρκώδη χείλια. Ήταν ψηλή,καμπυλόγραμμη με σοκολατένια επιδερμίδα. Επιστράτευε λοιπόν όλα της τα θέλγητρα και προχωρούσε σε ευκαιριακές σχέσεις που διαρκούσαν λίγο. Έτσι έμενε αφοσιωμένη στο παιδί της χωρίς να αφιερώνει,παρά ελάχιστο χρόνο σε τρίτους. Με το κοφτερό της μυαλό επωφελούνταν πολύ καλά τις γνωριμίες της και δεν δενόταν συναισθηματικά με τους κατά καιρούς συντρόφους της. Η καρδιά της είχε άλλωστε κατατεθεί στα χέρια του ενός και μοναδικού άντρα που υπήρξε στη ζωή της-πριν τον γιο της-,τον πατέρα του,τον Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο.
   Ο γιος της βέβαια όλα αυτά τα χρόνια αγνοούσε ο,τιδήποτε σχετικό με την ταυτότητα του πατέρα του. Ούτως ή άλλως δεν ενδιαφερόταν να μάθει. Η μητέρα του όλα αυτά τα χρόνια του παρείχε απλόχερα όσα επιθυμούσε και παρόλο που κατά καιρούς έφταναν στα αφτιά του διάφορα πικρόχολα σχόλια δεν ενδιαφερόταν. Για εκείνον η Λυδία Τζίρα είχε σταθεί στο πλευρό του ως μάνα και πατέρας μαζί, του είχε χαρίσει όλη της την αγάπη, ήταν πάντα εκεί γι' αυτόν και στα εύκολα και στα δύσκολα. Στον ίδιο δεν είχε δώσει ποτέ δικαιώματα και ήταν περήφανος γι' αυτό... Την ευγνωμονούσε κιόλας. Σκεφτόταν πως άλλη στην θέση της θα μπορούσε να τον είχε εγκαταλείψει ή να μην τον είχε γεννήσει καν.

   20 χρόνια υπό το προστατευτικό της βλέμμα. Δεν την είχε αποχωριστεί ποτέ. Στις 7/12/40, 20 χρόνια ακριβώς μετά από εκείνη την νύχτα στη μονοκατοικία της οδού Γαλήνης η πατρίδα τον χρειαζόταν για την υπεράσπιση της. Και εκείνο το όνειρο βγήκε αληθινό, όχι η ίδια η μάνα της Λυδίας, αλλά η μητέρα πατρίδα, της έσκιζε τώρα την καρδιά και της έπαιρνε το μωρό στο άγνωστο σκοτάδι του πολέμου
   Σύζυγοι, πατεράδες, γιοι, εγγόνια, ξαδέλφια έφευγαν για το μέτωπο αφήνοντας πίσω τους δικούς τους. Κάθε μέρα το τρένο γέμιζε νέους χαμογελαστούς λεβέντες που πήγαιναν ν1 ανταμώσουν τον θάνατο λες και επρόκειτο να βρουν κοπέλες για γάμο τέτοια ήταν η χαρά τους. Κι όμως, πήγαιναν να συναντήσουν το χάρο. Οι περισσότεροι θα παντρεύονταν την στολή τους, θα έλιωναν μαζί με αυτήν σε κάποια άγνωστη γη και ίσως εάν στέκονταν τυχεροί μέσα στην ατυχία τους, ίσως να τους σκέπαζε μια μέρα μια ταφόπλακα που θα τους τιμούσε για την γενναιότητά τους και την πίστη τους στην πατρίδα. Για τους περισσότερους όμως δεν υπήρχε δρόμος γυρισμού και το γνώριζαν.
   Εκείνο το πρωί, στο τελευταίο βαγόνι επιβιβάστηκε ένας νέος ανέκφραστος.·ο Λευτέρης, που έφευγε για πρώτη φορά, άθελά του, από τη μητρική αγκαλιά και αγνοούσε το πότε και αν θα επέστρεφε.. Το τρένο προχωρούσε και τον απομάκρυνε από το προστατευτικό βλέμμα της μάνας και έκρυβε την μικρή πολιτεία πίσω από τους λόφους.
   Από την άλλη πλευρά και η Λυδία έμενε μόνη της. Όλα αυτά τα χρόνια αγωνιούσε να αναθρέψει σωστά τον μοναχογιό της, να του παρέχει όλα τα υλικά αγαθά που χρειαζόταν, να εξασφαλίσει μια σεβαστή περιουσία για το μέλλον του και τώρα αυτό το μέλλον ήταν πιο αβέβαιο από ποτέ..
   Ο κόσμος γύρω της ήταν χαμένος,οι οικογένειες έμοιαζαν απροστάτευτες δίχως τις ανδρικές φιγούρες,κανείς δεν είχε διάθεση, παντού θρήνος και έπειτα πείνα. Ξαφνικά οι τιμές ανέβηκαν, τα χρήματα εξατμίστηκαν και οι άνθρωποι έκαναν τα πάντα για ένα κομμάτι ψωμί. Όσοι ζούσαν κοντά στην ύπαιθρο αναζητούσαν στους κάμπους χόρτα, καρπούς, διατηρούσαν το δικά τους περιβόλια να καλύπτονται οι ανάγκες της οικογένειας. Όσοι είχαν περιουσιακά στοιχεία τα αντάλλαξαν σταδιακά με τρόφιμα σε υπερεκτιμημένες αξίες. Οι πλούσιοι της εποχής μετατράπηκαν σε αρωγούς των αδυνάτων (με εξαιρέσεις πάντα).
   Η Λυδία βέβαια που δεν σκεφτόταν εγωιστικά και δεν είχε και άλλα άτομα να αναθρέψει αποφάσισε να προσφέρει όσο μπορούσε σε αυτούς που είχαν ανάγκη και κυρίως στα παιδιά, των οποίων η ζωή είχε από τις πρώτες κιόλας σελίδες χρώματα του πολέμου, μελανά. Έτσι, όσο ήταν νωρίς, πούλησε σε όσο το δυνατόν υψηλότερες τιμές όλη της την περιουσία εκτός από την μονοκατοικία της οδού Γαλήνης (Εκείνη θα την κράταγε. Θα έμενε εκεί μέχρι το τέλος της και έπειτα αν ήταν τυχερή θα την έδινε στον γιο της εφόσον θα επέστρεφε σώος και αβλαβής, διαφορετικά θα την παραχωρούσε στην τοπική κυβέρνηση να την μετατρέψει σε ιατρείο,σχολείο,ή σε ό,τι θεωρούσε αναγκαίο) Με τα χρήματα που εισέπραξε αγόρασε αλεύρι, φασόλια,φακές, χυλοπίτες και κονσέρβες που είχαν μακρά διάρκεια ζωής. Τις νύχτες τριγυρνούσε στην πόλη τυλιγμένη σε μια κάπα και αναζητούσε να δει πίσω από τα θολά τζάμια των σπιτιών, ποιές οικογένειες την είχαν ανάγκη. Είδε πολλές μανάδες να κλαίνε, μικρά παιδιά να πηγαίνουν για ύπνο νηστικά, να κάνουν τις πιο αληθινές προσευχές, γιαγιάδες να πλέκουν κάλτσες, να υφαίνουν αδιάκοπα στον αργαλειό, γέρους να παρακαλούν τον Θεό να πάρει εκείνους για να γυρίσουν τα παιδιά τους γερά.
   Τα βράδια που ακολούθησαν έκανε το ίδιο, άφηνε όμως στις πόρτες, φαγητό, μερίδες ανάλογα με τα άτομα που ζούσαν σε κάθε σπίτι που είχε ανάγκη. Με τον καιρό τα πράγματα δυσκόλευαν όλο και περισσότερο. Ο αριθμός των πεινασμένων αυξανόταν δραματικά ενώ παράλληλα τα διαθέσιμα τρόφιμα μειώνονταν. Για να υπάρχει ποσότητα φαγητού έφτιαχνε σούπες, φασολάδες, φακές που είχαν αρκετό ζουμί και μπορούσε να βγάλει περισσότερες μερίδες. Έπειτα άρχισαν και οι περίεργοι συνδυασμοί, μακαρόνια ή ρύζι με πατάτες , καγιανάδες με βούτυρο ή λίπος αντί για λάδι, φασολάδες με φύλλα από λάχανο, τριφτάδια (ζυμάρι τηγανιτό). Προτεραιότητα στο λειτούργημά της αποτελούσαν τα παιδιά. Έφτασε σε κάποια στιγμή να ταΐζει τους ενήλικες με χυλό (αλεύρι,νερό,λάδι) και να προσθέτει πριονίδι όπως έκαναν και πολλοί άλλοι, έτσι ώστε να αυξάνεται η ποσότητα. Η κατάσταση είχε γίνει απελπιστική.
   Με το τέλος του πολέμου άρχισε ο εμφύλιος όπου συνέχισε να μην δίνει ευνοϊκά σημάδια. Το σχέδιο Μάρσαλ ήρθε να διευκολύνει το έργο της Λυδίας. Ένα αχνό φως στον βομβαρδισμένο ελληνικό ουρανό Στα σπίτια μοιραζόταν "δελτίο" και οι γυναίκες έπαιρναν στην κατοχή τους αλεύρι, μαρμελάδες,κονσέρβες και κατά κάποιο τρόπο το πρόβλημα του φαγητού είχε λυθεί. Όμως, κανένα δελτίο δεν επούλωνε τις πληγές, δεν έδινε ζωή στους χαμένους, δεν εμπόδισε τον αλληλοσπαραγμό. Και να που τότε άρχισαν οι αφίξεις. Χακί σκιές, ρακένδυτες, ξεθωριασμένες, με παγωμένα βλέμματα διαπεραστικά . Κι εκεί, στο σκελετωμένο τους πρόσωπο ζωγραφιζόταν αχνά ένα χαμόγελο ικανοποίησης που ψιθύριζε «Για δες! Είμαι πίσω!» Ανάμεσά τους, ένα παλικάρι χαμογελούσε φανερά. Μόλις έφτασε στην πλατεία, η ευτυχία, έκανε τα βήματά του ιπτάμενα.
   Την ίδια ώρα ένας κομψός κύριος γύρω στα 70, σκόρπιζε έναν αέρα φινέτσας γύρω του. Κοιτούσε νοσταλγικά τα κτήρια ,την πλατεία με την μουριά,τους ανθρώπους. Τα βήματά του βαριά, καθένα να ζωντανεύει στο μυαλό του αναμνήσεις από τα ξένοιαστα και ανεπανάληπτα χρόνια της ζωής του, εκείνα που τον κρατούσαν σε απόσταση από τα προβλήματα και τις υποχρεώσεις. Άρχισε να προχωρά προς τα αριστερά. Κατευθύνθηκε προς την Αγιά-Μαρίνα να προσκυνήσει. Ύστερα προχώρησε προς το σχολείο,τώρα πια έστεκε εκεί ένα υποτυπώδες νοσοκομείο. Απογοητεύτηκε! Στην συνέχεια τα πόδια του τον οδήγησαν στο πατρικό του. Τότε λύγισε.. Τώρα πια μόνο 2 τοίχοι βρίσκονταν όρθιοι. Οι άλλοι δύο είχαν γκρεμιστεί. Ο τσίγκος που κάποτε αποτελούσε την στέγη δεν υπήρχε πουθενά και εκεί μέσα στα χαλάσματα του ερειπωμένου σπιτιού όλος του ο κόσμος γκρεμίστηκε. Φυσικά, έπειτα από τόσα χρόνια δεν ανέμενε να συναντήσει κανέναν δικό του όμως ποτέ δεν είχε θρηνήσει γι' αυτούς. Έτσι βρήκε την ευκαιρία και ξέσπασε σε ένα ατελείωτο κλάμα με αναστεναγμούς και αναφιλητά. Μέσα στα ερείπια μπόρεσε να διακρίνει μια φωτογραφία, ήταν εκείνος μωρό με την μάνα του... Την ίδια στιγμή ο στρατιώτης προχωρούσε σε αντίθετη κατεύθυνση. Πέρασε αρχικά από το καινούριο σχολείο. Περπατούσε μηχανικά, βρισκόταν ήδη σε μία έντονα φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση. Επιτάχυνε προς το σπίτι του. Αντικρίζοντας την γειτονιά του άρχισε να τρέχει.. Και τότε συνέβη κάτι πραγματικά περίεργο..Κάτω από την ταμπέλα της οδού Γαλήνης, στην γωνία του δρόμου, βρέθηκαν μαζί ο στρατιώτης και ο ηλικιωμένος μαζί,κοιτάχτηκαν στα μάτια. Με αυτό το αντίκρισμα αποκαλύφθηκε στους δύο άντρες όσα η Λυδία δεν είχε πει ποτέ ούτε στον γιο της αλλά ούτε και στον πατέρα του. Αυτοί οι δύο ξενιτεμένοι που έπειτα από πολλά χρόνια επέστρεφαν στην Ιθάκη και την Πηνελόπη τους ήταν πατέρας και γιος και η μοίρα τους έφερε στο λιμάνι του νόστου την ίδια στιγμή. Είναι αυτά τα παιχνίδια της ζωής που η τροπή που μπορούν να πάρουν κάθε φορά είναι αναπάντεχη και προκαλούν έκπληξη σε όσους τα βιώνουν.
   Σε αυτό το σκληρό παιχνίδι η Λυδία ήταν εκείνη που γεύτηκε την μεγαλύτερη έκπληξη. Βγήκε από την αυλόπορτα και προχωρούσε στο δρόμο. Φτάνοντας στη γωνία, τους αντίκρισε και λιποθύμησε. Συνήλθε έπειτα από αρκετές ώρες. Ήταν πεπεισμένη πως δεν θα αντάμωνε κανέναν από τους δύο. Με τον Κωνσταντίνο από τότε που ξενιτεύτηκε δεν διατήρησαν επαφές. Ποτέ δεν του είπε τίποτα για το παιδί. Τόσο πολύ τον αγαπούσε. Ήθελε να τον αφήσει να φτιάξει από την αρχή τη ζωή του. Από την άλλη πλευρά τον Λευτέρη πίστευε πως δεν θα τον
συναντούσε ξανά αφού όλα αυτά τα χρόνια στον πόλεμο δεν της είχε στείλει παρά ένα γράμμα. Της έλεγε πως πολεμούσε στην πρώτη γραμμή και εκείνη από τότε θρηνούσε. Ύστερα δεν έφτασε άλλο γράμμα και η Λυδία δεν φόρεσε άλλο χρώμα από το μαύρο. Κι όμως να που η ζωή της χαμογελούσε.
   Τρία χαμόγελα της είχε χαρίσει όλα κι' όλα σε αντίθεση με τις τόσες δυσκολίες και προβλήματα. Το πρώτο χαμόγελο το έλαβε μετά το θάνατο των γονιών της όταν γνώρισε τον Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο,τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Εκείνος όμως διορατικός νέος που κατανόησε άμεσα την κατάσταση στην Ευρώπη έφυγε για την Αυστραλία. Έπειτα από λίγους μήνες δέχτηκε ένα δεύτερο ευνοϊκό σημάδι από τη ζωή,κυοφορούσε τον καρπό του έρωτα της,τον Λευτέρη,τον άντρα που ήρθε δεύτερος να εγκατασταθεί για πάντα στην καρδιά της. Έπειτα έφυγε και αυτός και τώρα,μετά από τόσα χρόνια ήρθε να εγκατασταθεί στο πρόσωπο της ένα μόνιμο χαμόγελο μαζί με τους δύο άντρες της..
   Ήρθε λοιπόν η στιγμή που τους ανέβασε ψηλά,που η ζωή χαμογελούσε και στους τρεις . Αργά νωρίς δεν ξέρω.. Πάντως τους χαμογελούσε....

                                                                                         Κωνσταντίνα Καραμπή






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου