Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

ΤΗΝ ΑΚΟΥΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΜΟΥ;

                                                  
19 Ιουλίου 1940
Το κουδόυνι χτύπησε για τρίτη φορά.
« Έρχονται,  γλυκιά μου, ήρεμα και όπως είπαμε, μείνε δυνατή. »
    Η φωνή της μητέρας μου που μου ψιθύριζε αντηχούσε στα αυτιά μου σαν σειρήνα κινδύνου . Μου λέει να έχω δύναμη , αλλά είμαι ικανή να εντοπίσω πόση ανησυχία κρύβει πίσω από τα λόγια της . Μπορεί να `χε έρθει η ώρα μας , να γίνουμε κι εμείς τρεις από τους πολλούς, από τα εκατομμύρια των θυμάτων . Σφίγγω γερά το χέρι της μητέρας μου και κοιτάω επίμονα τον πατέρα μου, προσπαθώντας να αρπάξω ένα, έστω και μηδαμινό, αίσθημα ελπίδας. Είμαστε καταδικασμένοι, εάν μας βρουν. Είμαστε καταδικασμένοι . Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει πολύ δυνατά,  προσπαθώ να περιορίσω ακόμα και τις ανάσες που παίρνω, φοβάμαι μην τις ακούσουν κι αυτές . Δαγκώνω τα χείλη μου, θέλω να γυρίσω πίσω στην παλιά  μου ζωή. Μου λείπουν οι φίλες μου. Αυτές χριστιανές ήταν, αλλά με συμπαθούσαν. Σε αυτούς εδώ, τι έχω κάνει ; Τι έχουμε κάνει όλοι μας ;
       Η φασαρία από επάνω σταμάτησε. Αυτό μπορεί να είναι καλό, να ξεγελάστηκαν και να έφυγαν. Μπορεί όμως και να κατάλαβαν ότι κρυβόμαστε εδώ  στο υπόγειο και να έρχονται να μας πάρουν,  να μας πάνε σε αυτά τα ειδικά κτήρια για Εβραίους σαν κι εμάς. Βλέπω το χερούλι της πόρτας να στρίβει, σφίγγω περισσότερο το χέρι της μητέρας μου και κόβω τελείως την ανάσα μου.  Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει κι ένας ατέλειωτος αιώνας.
                                                                     *******
   Είναι η τρίτη φορά που χτυπάω το κουδούνι και δεν έχω καμία απάντηση. Το αυτοκίνητο, ωστόσο, είναι έξω παρκαρισμένο και τα πατζούρια ανοιχτά. Θα δώσω άλλη μια ευκαιρία στον ιδιοκτήτη, αλλιώς θα ξεχάσω τους τρόπους μου και θα μπω ακάλεστος. Καθώς ετοιμαζόμουν για τη θεαματική μου είσοδο, είδα τον ασπρομάλλη οικοδεσπότη να μου ανοίγει τρομοκρατημένος την πόρτα.
- Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω ;  
Μπορώ να διακρίνω το τρέμουλο στη φωνή του. Φοβάται. Παίρνει τον λόγο ο συνεργάτης μου
- Κύριε Γιόχανσον , έχει υποπέσει στην αντίληψη του γερμανικού στρατού, πως παρεμποδίζετε την ομαλή τέλεση του έργου μας, τόσο εσείς όσο και η γυναίκα σας.
  Τα μάτια του τώρα κοιτάνε σαστισμένα στο κενό. 
-Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάτε και η γυναίκα μου αυτή τη στιγμή δεν είναι σπίτι. Εάν θέλετε μπορείτε να επιστρέψετε αργότερα.
  Ο άνθρωπος είναι υπερβολικά νευρικός. Η καχυποψία μου αρχίζει και διεγείρεται . Μπαίνω μέσα και ακολουθεί ο συνεργάτης μου . Το σπίτι είναι απλοικό. Στην άκρη του δωματίου δεσπόζει μια σκάλα που ενώνει τον επάνω όροφο με το ισόγειο και αριστερα υπάρχει μια πόρτα που μάλλον οδηγεί στην κουζίνα.
   
Έχετε και σοφίτα κύριε Γιόχανσον ; τον ρωτάω
-  Όχι , όχι δεν έχω.
-  Και υπόγειο ;
Δαγκώνει τα χείλη του , κομπιάζει και μου γνέφει θετικά . Ρίχνω μια εξεταστική ματιά στο ισόγειο και συνεχίζω να μιλάω.
-       Ξέρετε , κύριε Γιόχανσον , είμαστε όλοι πιόνια ενός μεγαλου ανθρωποκυνηγητού , είτε το θέλουμε είτε όχι . Οποιοσδήποτε μπει στη μέση, είναι απλώς μια παράπλευρη απώλεια. Είμαστε Γερμανοί στρατιώτες . Προσπαθούμε με τις ενέργειες μας να κάνουμε όσο το δυνατόν καλύτερη τη χώρα μας. Ξέρετε τι πρέπει να κάνουμε για να γίνει καλύτερη η χώρα μας ;
-       Υποθετικά , ναι. Να αφανίσετε τους Εβραίους.
-       Το « αφανίσετε» είναι μεγάλη λέξη κύριε Γιόχανσον. Θα έλεγα ότι απλά προσπαθούμε να τους περιορίσουμε σε τέτοιο βαθμό , ώστε να διαχωριστούν από το γερμανικό φύλο και να μην αποτελούν απειλή.
-       Ναι , μα , τι σας κάνει να πιστεύετε πως αποτελούν απειλή;
-       Τι μας κάνει να πιστεύουμε πως αποτελούν απειλή; Πως χαλάνε την αύρα του γερμανικού κράτους ; Κύριε Γιόχανσον , πάρτε παράδειγμα από τον εαυτό σας.
-       Μα , μα τι εννοείτε ;
-       Τον αρουραίο τον σκοτώνετε , τον σκίουρο τον ταίζετε. Είναι και τα δύο τρωκτικά. Τη χήνα την διώχνετε , τον κύκνο τον θαυμάζετε . Είναι και τα δύο πτηνά . Το κοράκι το έχετε ως σύμβολο θανάτου, το περιστέρι ως σύμβολο ειρήνης. Μα είναι και τα δύο πουλιά. Αυτό που προσπαθώ να σας κάνω να κατανοήσετε , είναι ότι δύο πράγματα που θεωρητικά είναι όμοια, η ιδεολογία σας τα καθιστά τελείως ανόμοια, τα διαχωρίζει . Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να κάνουμε κι εμείς, το μόνο διαφορετικό είναι ότι η δικιά μας ιδεολογία κινείται μέσα σε διαφορετικά πλαίσια. Γι αυτό σας ρωτάω και θέλω μια ειλικρινή απάντηση, πριν αναγκαστώ να προβώ σε άλλα μέτρα. Είναι και κάποιος άλλος μέσα στο σπίτι ;
                                                                             ********
« Συνεχίζει να χτυπάει το κουδούνι , δεν πρόκειται να φύγει.. Σκέψου κάτι γρήγορα.»
    Πρώτη φορά έβλεπα τον Γιόχανσον τόσο τρομοκρατημένο.  Άμα μας έπιαναν, ήμασταν καταδικασμένοι και αυτή μας η καταδίκη αντικατροπτίζοταν στα μάτια του. Προδότες θα μας έλεγαν, μα δε θα ‘ξεραν. Δε θα ήξεραν ότι αυτοί που κυνηγάνε, αυτή η οικογένεια των τριών, είναι στην πραγματικότητα τρία από τα πιο «όμορφα» πρόσωπα που είχα έρθει ποτέ σε επαφή.  Τώρα όμως, έπρεπε να δράσουμε γρήγορα. Ο Γιόχανσον προχώρησε προς την πόρτα κι εγώ εισχώρησα μέσα στην κουζίνα. Το σχέδιο ήταν πρόχειρο, αλλά ελπίζω αποτελεσματικό. Ο άντρας μου θα έπιανε κουβέντα στον στρατιωτικό και εγώ θα έδιωχνα διακριτικά την οικογένεια από πίσω.
   Όταν άνοιξα την πόρτα που ένωνε την κουζίνα με το υπόγειο, αντίκρισα στο τέλος της σκάλας την οικογένεια αγκαλιασμένη. Φόβος, ωμός φόβος . Το έβλεπα. Τους έκανα σήμα να με ακολουθήσουν αθόρυβα. Ξάφνου το κοριτσάκι δραπέτευσε από το κουκούλι της αγκαλιάς των γονιών του. « Η κούκλα μου » σιγοψιθύρισε και πήγε να πάρει μία μικρή κούκλα με μαύρα μαλλιά και κεχριμπαρένια μάτια που βρισκόταν ακουμπισμένη στο μοναδικό κρεβάτι του δωματίου. Έπειτα, με ακολούθησαν προς την εξώπορτα.
    Οι κινήσεις μας ήταν γρήγορες. Τους έδωσα ένα καρβέλι ψωμί κι ένα παγούρι νερό και τους υπέδειξα που βρισκόταν το σπίτι μιας καλής μου φίλης , ήλπιζα να μπορούσε να τους βοηθήσει αν την έβρισκαν. Δυστυχώς, δεν υπήρχαν πολλά ακόμη που μπορούσα να κάνω. Αφουγκράστηκα τον αέρα. Οι ναζί τον είχαν μολύνει και αυτόν. Έκλεισα τα μάτια και προσευχήθηκα για την οικογένεια.  Ζητούσα από τον Θεό να τους βοηθήσει, όποιος και να είναι αυτός.
                                                                         ******
      Η καλή κυρία μας βοήθησε να φύγουμε χωρίς να μας καταλάβει ο στρατιωτικός. Τώρα έχουμε έρθει στο σπίτι μιας φίλης της. Η μαμά και ο μπαμπάς δείχνουν ανακουφισμένοι, αλλά εγώ δεν έχω καλό προαίσθημα. Αυτή η κυρία έχει κρύο χαμόγελο . Λέει ότι θέλει να μας βοηθήσει, αλλά νομίζω ότι λέει ψέματα. Καταρχάς, μας έχει βάλει να μείνουμε σε ένα δωμάτιο στο ισόγειο. Αυτό νομίζω ότι είναι πολύ επικίνδυνο. Εάν κάνουν έφοδο οι στρατιώτες οι Γερμανοί, θα μας ανακαλύψουν αμέσως. Ρώτησα τον πατέρα μου εάν την εμπιστεύεται και μου είπε ότι είμαι πολύ μικρή για να απασχολώ το μυαλό μου με τέτοια παιχνίδια συνομοσίας.
  Κοίταξα την κούκλα μου που μου χαμογελούσε. Ήταν το μόνο πράγμα που μου είχε απομείνει από την προηγούμενη μου ζωή . Χτένισα τα μαύρα μαλλιά της με τα δαχτυλά μου. Αισθάνθηκα το μαγουλό μου υγρό. Σκουπίστηκα και προσπάθησα να κρατήσω τα δάκρυά μου.
  Η μαμά στεναχωριέται πολύ όταν με βλέπει να κλαίω και δε θέλω να της δημιουργήσω περισσότερη λύπη. Λέει πως πρέπει να είμαστε δυνατοί , αλλά εγώ  μερικές φορές τα βράδια ακούω το βουβό κλάμα της. Θέλω να είμαι αρκετά δυνατή και για τις δυο μας.
  Ξάφνου , άκουσα φωνές από το σαλόνι . Ήταν δύο αντρικές,  κοφτές, σκληρές φωνές. Μπορεί να είναι ο άντρας του σπιτιού με έναν φίλο του. Σφίγγω ακόμα περισσότερο την κούκλα μου και κοιτάω τους γονείς μου που τους έχει πάρει ο ύπνος στο κρεβάτι.  Ανοίγω λίγο την πόρτα του δωματίου και βλέπω την γυναίκα να αφήνει ένα σακουλάκι λεφτά πάνω στο τραπέζι του σαλονιού και να στρέφει τον δείκτη του δεξιού χεριού της προς το δωμάτιό μας. Τότε, είδα τους δύο μεγαλόσωμους άντρες. Οι στολές που φορούσαν, σίγουρα δεν άρμοζαν σε κάποιον επισκέπτη
                                                                       *******
21 Ιουλίου 1940
   Δεν πεινάω. Η πείνα μου έχει σταματήσει και αυτό είναι το χειρότερο. Ο οργανισμός μου αποδυναμώνεται μέρα με την μέρα. Δεν ξέρω πόσο ακόμα μπορώ να αντέξω. Δεν ξέρω καν εάν θέλω να αντέξω. Μας βάζουν να σκαβουμε λακούβες με τα χέρια. Λακούβες που θα γίνουν τα μεταθανάτια κρεβάτια μας. Δεν υπάρχει νερό, δεν υπάρχουν σκηνές, δεν υπάρχουν κτίρια. Μόνο δεκάδες χιλιάδες τρύπες τις οποίες εμείς σκάβουμε. Ζωντανοί νεκροί, αυτό είμαστε, που περιμένουμε να πεθάνουμε από το κρύο ή την ασιτία.

  Τρεις ημέρες είμαι εδώ. Τον έχω δει τον θάνατο, τον έχω αφουγκραστεί, τον έχω μυρίσει. Περπατάω και αντικρίζω πτώματα γύρω μου , παγωμένες ψυχές και ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Σήμερα το πρωί είδα τρία νεκρά σώματα κουβαριασμένα μαζί. Μία οικογένεια των τριών πρέπει να ήταν. Προχώρησα λίγο πιο κοντά, ήρθα αντίκρυ στη φοβισμένη έκφραση του μικρού κοριτσιού. Ακόμα και πριν το θάνατό της, δεν είχε χάσει ακόμα την ελπίδα και αυτό μπορούσε κανείς να το δει στο βλέμμα της. Τότε ήταν που αντίκρισα και την κούκλα που είχε ασφαλισμένη στα πορσελάνινα χέρια της . Είχε μαύρα μαλλιά και κεχριμπαρένια μάτια. Αυτά τα μάτια με κοίταζαν και μου ψιθύριζαν  «Την ακούς ; Την ακούς την σιωπή μου ; »

                                                                                                                           ΤΑΝΙΑ ΧΑΛΚΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου