Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ



 Το φως χυνόταν απαλά, τεμαχισμένο από τα τρία μικρά εμπόδια του πάντοτε ανοιχτού παραθύρου. Τώρα χάιδευε το πρόσωπό της και φιλούσε τα πέταλα των ματιών της, που σφίγγονταν ξαφνιασμένα από την ζεστασιά του μετά το κρύο σεληνόφως, που τα είχε αποκοιμίσει.
 Άνοιξε σιγά-σιγά τα μάτια της, αλλά και πάλι το λαμπερό φως του κοσμοκράτορα ήλιου την τύφλωσε. Ήταν ευχάριστη, όμως, για κείνην αυτή η τύφλωση. Της υπενθύμιζε πως υπάρχει ζωή έξω από… Πετάχτηκε απότομα από το σιδερένιο κρεβάτι και κοίταξε γύρω της τρομαγμένη. Μόλις κατάλαβε πού βρισκόταν και θυμήθηκε όλα όσα την είχαν οδηγήσει εκεί, κάθισε πάλι στο κρεβάτι της και κάρφωσε το βλέμμα της στο βρώμικο πάτωμα. Σαν ταινία διαδραματίζονταν όλες οι τελευταίες σκηνές της ζωής της πριν και την τάραζαν η μία μετά την άλλη.
 Νύχτα. Παράξενοι ήχοι εισέβαλαν στα αυτιά της. Η κύρια είσοδος του σπιτιού ανοίγει. Βήματα στις σκάλες. Ο πατέρας. Ο κλέφτης. Καβγάς. Η αδερφή της τρέμει. Ησυχία. Παίρνει από το συρτάρι δίπλα της το μαχαίρι. Ησυχία. Η μητέρα ουρλιάζει. Πάει να την βρει. Ο κλέφτης μπροστά της. Γνώριμο πρόσωπο. Η μητέρα στα χέρια του. Γέλιο. Ειρωνεία. Η μητέρα στο πάτωμα χτυπημένη. Ο κλέφτης πλησιάζει. Τα χέρια του γραπωμένα πάνω της. Το μαχαίρι καρφωμένο στην κοιλιά του. Βλέπει τον πατέρα νεκρό.Θλίψη. Φόβος. Ο κλέφτης πέφτει κάτω. Ένας αστυνόμος μπαίνει στο δωμάτιο. Το μαχαίρι κάτω. Δίπλα ο κλέφτης. Πιο δίπλα ο πατέρας. Θλίψη. Φόβος. Ο πατέρας; Νεκρός. Ο κλέφτης; Νεκρός. Η μητέρα; Χτυπημένη. Η αδερφή της; Τρομοκρατημένη. Εκείνη; Φυλακισμένη.
 Θυμήθηκε τα δάκρυα στα μάτια της μητέρας της, όταν η αστυνομία της έπαιρνε την κόρη της κι εκείνη ήταν ανήμπορη πάνω στο ασθενοφόρο. Θυμήθηκε τη αδερφή της να σπαρταρά στη αγκαλιά μιας γειτόνισσας. Θυμήθηκε δύο πτώματα πάνω στα φορεία να περνούν από μπροστά της. Έτσι, μέσα σε λίγες σκηνές που θυμόταν είχε διαλυθεί όλη η οικογενειακή τους ευτυχία. Ο αγαπημένος της πατέρας ήταν πια στον ουρανό. Η μητερούλα της και η μικρή της αδερφούλα πού να ήταν άραγε;
 Σήκωσε το βλέμμα της στο παράθυρο του κελιού της, που επέτρεπε σε ελάχιστη ποσότητα φωτός να μπει μέσα και να φωτίσει και τον στενό χώρο και την καρδιά της. Πλησίασε το παράθυρο. Το ύψος της δεν της επέτρεψε να δει έξω από αυτό. Είχε πεισμώσει, όμως, να δει τι της έκρυβαν αυτά τα τρία μικρά κάγκελα. Πιάστηκε από αυτά και έκανε μια προσπάθεια να σηκώσει το σώμα της, μα τα χέρια της γλίστρησαν κι έπεσε κάτω χτυπώντας τον γοφό της. Ξανακοίταξε το παράθυρο με απογοήτευση και μετά με πείσμα. Αφουγκράστηκε τους ήχους που έρχονταν από αυτό. Γλάροι και φτερουγίσματα χάιδεψαν τα αυτιά της. Ζωντανοί ήχοι μετά από πολύ καιρό. «Θέλω να τους δω» ψέλλισε και σηκώθηκε αποφασισμένη. Πιάστηκε πιο γερά αυτή τη φορά από τα μικρά μαύρα κάγκελα του παραθύρου, που την κρατούσε μια ανάσα μακριά από τον έξω κόσμο της. Σαν να θυμήθηκε τον γυμναστή να φωνάζει «Συγκεντρώσου σε αυτό που κάνεις. Δίνε δύναμη εκεί που πρέπει. Σήκω πάλι. Όχι απότομες κινήσεις. Σταθερά. Μπράβο!». Είχε καταβάλει όλη την δύναμη, που της είχε απομείνει από τη εξάντληση των τελευταίων γεγονότων, στην θέλησή της και στα χέρια της. Και τώρα κρατιόταν γερά από αυτά τα κάγκελα, που από μισητά εμπόδια είχαν γίνει στήριγμα, και κοιτούσε το τοπίο έξω μαγεμένη. Μια απέραντη θάλασσα απλωνόταν μπροστά στα αχόρταγα μάτια της. Οι γλάροι χόρευαν μεταξύ τους και πείραζαν τις μικρές ηλιαχτίδες που άναβαν κι έσβηναν πάνω στα κύματα. Βρήκε έναν μικρό χρωματιστό παράδεισο έξω από την γκρίζα απομόνωση, που είχε επιλέξει.
Έτσι πίστευε. Ότι το είχε επιλέξει όλο αυτό που ζούσε. Ένα σωρό «αν» μπλέκονταν στις σκέψεις της βάζοντας τρικλοποδιές στο όποιο ελαφρυντικό προσπαθούσε να την δικαιώσει. Αν δεν έπιανε το μαχαίρι; Αν δεν πήγαινε στην μητέρα της; Αν δεν σκότωνε τον κλέφτη; Μα αν τον σκότωνε νωρίτερα, τότε ο πατέρας… Ο πατέρας; Να ο πατέρας! Εκεί ψηλά της γνέφει από τα σύννεφα να πάει κοντά του. Μα πώς να περάσει μέσα από αυτά τα κάγκελα της τιμωρίας της; Οι γλάροι φεύγουν. Η θάλασσα αγριεύει. Σύννεφα γκρίζα σκεπάζουν τον ήλιο. Πάει το φως. Πάει κι ο πατέρας.
 Πέφτει κάτω ξανά. Δεν την πονάει πια η πτώση. Δεν την αισθάνεται καν. Μόνο ένα πλάκωμα στην καρδιά της την βαραίνει και την τραβάει προς τα κάτω. Ξαπλώνει εκεί στο τσιμεντένιο πάτωμα. Είναι ασήκωτο το βάρος της πράξης της. Αμαρτία μεγάλη, όπως θα έλεγε η γιαγιά της. Σκότωσε έναν άνθρωπο. Όποιος κι αν ήταν, ό, τι κι αν έκανε, ήταν ένας άνθρωπος. Νεκρός κι αυτός. Μακριά ίσως από τον πατέρα της.
 Η πόρτα του κελιού άνοιξε. Ο φύλακας τρομαγμένος έτρεξε κοντά της και την σήκωσε στην αγκαλιά του.
-Σύνελθε, μικρή. Ήρθε η μάνα σου. Μην σε δει έτσι.
Την άφησε στο κρεβάτι της και την σκούντηξε λίγο, για να σιγουρευτεί πως ήταν ζωντανή. Εκείνη τον κοίταξε με το παράπονο να ξεχειλίζει από τα μάτια της. Κι εκείνος της ανταπέδωσε ένα βλέμμα γεμάτο πατρική στοργή και κατανόηση.
-Δεν φταις εσύ. Μην κατηγορείς τον εαυτό σου άδικα. Όλοι ξέρουμε ποίος φταίει. Έχω μια κόρη στην ηλικία σου. Της έχω μιλήσει για σένα. Μόλις βγεις από δω μέσα, θα έρθουμε να σε βρούμε, να γνωριστείτε και να παίξετε.
 Για λίγο έσκασε ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της κι έσβησε με μια αμφιβολία.
-Έλα. Σήκω. Σε περιμένει η μαμά σου με την αδερφή σου. Σού έχουν φέρει κι ένα δώρο. Ευτυχώς που τις άφησαν να στο δώσουν.
 Η μητέρα της υποσχόταν και υποσχόταν. Μια έβριζε, μια καταριόταν. Μια θυμόταν τα λόγια του ψυχολόγου πως η κόρη της υπό αυτές τις συνθήκες ήταν πολύ εύθραυστη κι έπρεπε να προσέχει τι της έλεγε. Μια την κοιτούσε με στοργή και αγάπη. Μια με φρίκη και πόνο. Το ίδιο της το κοριτσάκι, το καλοαναθρεμμένο, ήταν αυτό που είχε σκοτώσει εκείνον τον αγροίκο, για να προστατέψει την μητέρα της και την αδερφή της. Μα η κορούλα της ήταν αφοσιωμένη στο κουτί με τις κηρομπογιές, που της είχαν κάνει δώρο, και δεν άκουγε όσα έλεγε η μητέρα της ούτε έβλεπε το ταραγμένο ακόμα πρόσωπο της αδερφής της. Της είχαν στερήσει οι φύλακες την χαρά να το ανοίξει η ίδια το περιτύλιγμά του. Ήθελαν να σιγουρευτούν για το περιεχόμενο, είπαν.
 Πήρε αρκετές αγκαλιές και από τις δύο και γύρισε στο κελί τις με το κουτί στα χέρια να το κρατάει ευλαβικά σαν κάποιο ιερό κειμήλιο που της εμπιστεύτηκαν. Το άνοιξε. Επεξεργάστηκε μία προς μία τις κηρομπογιές. Έπιασε την πιο γαλάζια. Τα μάτια της έπεσαν πρώτα στον γκρίζο τοίχο και ύστερα στο παραθυράκι.Αν δεν μπορούσε να πάει στο παράδεισο, θα έφερνε τον παράδεισο εδώ μέσα.
Βάλθηκε να ζωγραφίζει όλη μέρα τους γκρίζους τοίχους και να τους γεμίζει με χρώματα βγαλμένα από τα βάθη της τρυφερής της ηλικίας. Μια ατέλειωτη θάλασσα, έναν απέραντο ουρανό, έναν μεγάλο ήλιο, περήφανους γλάρους, ηλιαχτίδες σαν μπαλαρίνες, σύννεφα ακαθόριστου σχήματος κι εκεί μες τα σύννεφα ένας άγγελος. Πιο δίπλα ζωγράφισε ένα σπίτι με τέσσερα ανθρωπάκια. Σε μια γωνία ζωγράφισε τον φύλακα και την κόρη του, που ακόμα δεν την είχε γνωρίσει. Ζωγράφισε αστέρια, δελφίνια, άλογα, δέντρα, λουλούδια κι έφτιαξε μια κούκλα από ένα κομμάτι υφάσματος που είχε σκίσει από το μακρύ φόρεμά της. Θα κρύωναν απόψε πολύ τα πόδια της, αλλά θα την ζέσταινε η αγκαλιά αυτής της κούκλας.
 Πέρασε όλη της τη μέρα τραβώντας τον παράδεισο να μπει μες το κελί τηςκαι παρακολουθώντας στο τέλος με την καινούργια της κούκλα τον ήλιο να βασιλεύει και να δύει. Την έσφιξε στην αγκαλιά της και ξάπλωσε μαζί της στο σιδερένιο κρεβάτι. Τώρα πια το κελί είχε τα χρώματα της ψυχής της και αυτά τα χρώματα δεν την φόβιζαν. Όσο ικανή κι αν ήταν αυτή η ψυχή να πέσει σ’ ένα τέτοιο αμάρτημα, δεν έπαυε να έχει μέσα της αθώα παιδικά χρώματα που άγιαζαν την αμαρτία της. Γιατί όλοι ήξεραν πώς βρέθηκε εκεί και γιατί όλοι έλεγαν πως είναι αθώα και πως έπρεπε να βγει από κει μέσα.
 Άρχισε να σιγοτραγουδά ένα νανούρισμα που λες κι ερχόταν στην μνήμη της από τα ξεχασμένα λημέρια του χρόνου, για να ξυπνήσει τα παιδικά της ένστικτα. Τότε το αδύνατο σώμα της αποζήτησε την αγκαλιά της μητέρας της. Της έλειπε πολύ η ζεστασιά και η θαλπωρή του σπιτιού της. Μα ήταν η ώρα που έπρεπε να κοιμηθεί.
Το φεγγαράκι ήταν ολόγιομο και υπέρλαμπρο απόψε. Την κοιτούσε από ψηλά και την σκέπαζε με το απαλό φως του. Της χαμογελούσε τώρα και της σιγοτραγουδούσε εκείνο το νανούρισμα, που πριν λίγο είχε αναδευτεί στην μνήμη της και είχε κιόλας φωλιάσει στην καρδιά της. Κοιμήθηκε γλυκά στον μικρό παράδεισο που είχε φέρει σε αυτήν την φυλακή του ονείρου της. Σε αυτό το τέμπο της πιεστικής καθημερινότητάς της είχε καταφέρει να δώσει τώρα μια νότα ελευθερίας. Μια νότα από ένα γλυκό νανούρισμα.


ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΚΡΕΜΗ ΛΙΑΔΗ, 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου